ΣΥΛΛΟΓΕΣ

Τετάρτη 29 Αυγούστου 2018

Το σώμα γυμνό

Το σώμα γυμνό… χωρίς πανοπλία…
ευάλωτο στα χέρια τους πάντα
Απροστάτευτο στα σάλια των σαλιγκαριών
που κυκλοφορούν άξαφνα - μετά τη βροχή -

Δίχως φρουρούς στέκεται στο γεφύρι πίσω απ΄ τα ευκάλυπτα…
Και μόνο μια μυρωδιά μαστίχας φράουλας
προσπαθεί να σώσει
την ανάσα που σβήνει.

Οι νύχτες είναι πάντα γεμάτη σκιές,
άχρηστα βλέμματα,
αγγίγματα χωρίς ζωή…

Συνέχεια στ’ αυτιά
εκείνο το κράξιμο της καλιακούδας,
Το τρίξιμο της σκουριασμένης πια σιδερένιας πόρτας,
Της τσάπας που συνεχίζει το σκάψιμο
της αιώνιας τάφρου…

Το σώμα γυμνό…
απέναντι σε εκείνα τα αγάλματα
που τα σιγοτρώει η μούχλα…

Κάπου κάπου ακουμπά στους τοίχους
του παλιού σχολείου
Και γεμίζει από σκόνη,

Σεργιανά στα σοκάκια
των παλιών παιχνιδιών
Και γεμίζει από λάσπες,

Κοιτάζει κρυφά
απ΄ τα παράθυρα των φρικτών δωματίων
Και ματώνουν τα μάτια του…

Ευτυχώς που δεν παγώνουν τα δάχτυλα! 

Δευτέρα 2 Απριλίου 2018

Ο ποιητής κι η ποίηση


Ο ποιητής δεν έχει όρια, ούτε δεσμά, 
ούτε παύσεις -ποτέ -.

Ο ποιητής ξεκινά από το άπειρο 
για να φτάσει στο άπειρο,


μάτια πολλά, αυτιά πολλά και μύτες οπλισμένος 
γυρνά ζητιάνος μες τον κόσμο,

μαζεύει γύρη μαγική και μέσα του την κρύβει... 
για ώρες... για μέρες και για χρόνια...

όσο ν΄ αλλάξει ο ρυθμός της μουσικής ανάσας

κι ώσπου να αποφασίσει η ψυχή 
να κάνει το ταξίδι της για το δικό της σύμπαν.

Ο ποιητής πια έχει αποκτήσει νέο σώμα και το μυαλό του 
φυτεύει στη γλώσσα του λέξεις καινούριες

- μπορεί κι αλλόκοτες για κάποιους άλλους - .

Μ΄ αυτή τη νέα πανοπλία βγαίνει μπροστά... 
κι ας του θερίζει τα γόνατα ο φόβος,

μήπως και χάσει τη δύναμη που έχει κατακτήσει,

μήπως και χάσει τη φρεσκάδα του προσώπου του,

μήπως και δεν ακούσει ο κόσμος,

μήπως τον ρίξουν στα σκυλιά τα πεινασμένα,

μήπως ο φθόνος των ανθρώπων υπερνικήσει την αγάπη....

Ο ποιητής ξέρει να γίνεται πουλί 
και να πετά στα ουράνια,

ξέρει να γίνεται λουλούδι, άνεμος, φωτιά, 
ακόμα και παντιέρα...

σύννεφο θες - αυτός μπορεί να γίνει - να φέρει τη βροχή της ευτυχίας, 
της ξεγνοιασιάς, της λύτρωσης,

μυρωδάτο το λεμόνι που κυλάει 
πάνω στο μάρμαρο,

ξέρει την σαπισμένη πλευρά του τοίχου 
να περνά με χρώμα φωτεινό,

ξέρει και θέλει να γλυκομιλάει στα σκοτωμένα εφηβικά μας όνειρα,
ξέρει να βρίσκει την αρετή του κόσμου,

να την σηκώνει κάπου ψηλά 
για να την βλέπουν και οι άλλοι...

Σ΄ αυτό στοχεύει η γραφίδα του,
σ΄ αυτό ελπίζει το μαυλό του ....

γι΄ αυτό και μια ζωή παλεύει με τους φόβους!

Δευτέρα 8 Ιανουαρίου 2018

Η πανήγυρις



Ο χώρος ήτον ανοικτός, * λόγω φυλλοβολίας
Και ο χειμών ήτο γλυκύς * μετά πολλής ευδίας.

Είδα κ’ εφέρασιν σκαμνιά, * οι κόμητες να κάτσουν,
Ομάδιν και οι αυλικοί, * γλυκά για να χορτάσουν.

Διαβαστικά ειπώθηκαν * κ΄ η κόμισσα κανύζει,
Οκαί αρχίση ο χορός, * όπως αυτή ορίζει.

Κι εις μέσον εκαθίζετο, * απάσης αφεντίας
Και κατουμίζουσα επαρκώς * δίδει παραγγελίας.

Κ΄ εδώκασιν τα βούκινα * και τα παιγνίδια ΄παίξαν
Κ΄ ο κόσμος εσταμάτησαν * ως είδαν κ΄ εδιαλέξαν.

Εκεί ΄δα νέους και λυγερές, * άνδρες και παλληκάρια
Ωγιά να στήσουν ορχησιά * και καταλόι αράδα.

Κι οι υποταγές εσπούδαζον * προς πάσα οικονομίαν,
Μα οι κόμητες είχον τον νου * εις τη δική τους χρείαν.

Κι ενώ οι νέοι ηγάλλουντο * κι οι κόρες εγελούσαν,
μετά μεγίστης χάριτος * εις τον χορόν κρατούσαν,

Η αφεντιά τούς άπειχε * και μόνο συντυχούσε
Κι ο λογισμός της μίσευγε, * τον δρόμο εστοχούσε.

Οκαί σαν έσωνε ο χορός, * δ’ εσηκώναν τ΄ ομμμάτιν
Αλλ΄εις του κόσμου το ένταλμα,* ορέγοντο εις μάτην.

Πολύθλιβος η ομάδα τους, * περίλυπος κι η σκόλη,
Όντε πλεοτέριν θέλουσι, * να τους θαυμάζουν όλοι.

Ογόι, κόσμε, δε θωρείς * πως σένανε κομπώνουν,
Και την υπεριψία τους * θέλουσιν να πιστώνουν;