ΣΥΛΛΟΓΕΣ

Πέμπτη 16 Απριλίου 2009

"ΣΠΑΡΑΓΜΟΣ"

Σαλεύω
τη Σιγή μου
και Σιγοντάρω
τα δικά Σου
Σινιάλα...
μέΣ το
κουραΣμένο
Σκοτάδι
προΣέχω
τις δικέΣ Σου
ΣαΐτεΣ
που ειΣχωρούν
ΣαδιΣτικά
μέΣα
Στο Σώμα...
Για λίγο ηΣυχάζω,
μα ΣαΣτίζω
σαν ο Στρατός
Σκορπάει
το Σιτάρι...
Σπρώχνω
τα Σαρίδια,
τα Σκουπίζω
και τα Σωριάζω
Στην είΣοδο,
Σφραγίζω
της θύραΣ
το Σύρτη
και Στριμώχνομαι
μέΣα...
μα Στην άκρη
τηΣ κάμαραΣ
βρίΣκω
πάλι το Στρώμα
Σε βαθύ
Σπαραγμό!

"ΡΥΜΗ"

Ραγίζουν
τα σύνοΡα
γης κι ουΡανού,
τΡέχει
ο πατέΡας
των άστΡων,
Ραντίζει
τα γαΡύφαλλα
με χΡώμα
χΡυσό,
την ώΡα
που τ' αγόΡι
ξεπΡοβάλλει
με οΡμή
και Ρωτάει
τον αγέΡα
ποτέ θα' Ρθει
το καΡάβι
να τον πάΡει
μακΡιά
στην καινούΡια
τη Ρύμη του.

"ΠΑΘΟΣ"

Περιφρονείς
τα Παρακάλια
των Πιστών
Παιδικών
Πατημάτων
και Προτιμάς
την Πορφύρα
των Παλατιανών
Πλουσίων
Παρθένων...
Πουλάς
το Πνεύμα
του Παντός
για Πετράδια
Που
σΠαταλιούνται
στα Πεζοδρόμια
και Παραβλέπεις
το Πελώριο
Πλήγμα
που διαΠερνάει
το Περίσσιο
το
Πάθος σου!

"ΞΑΓΡΥΠΝΗΜΑ"

Ξανά
θα Ξαγρυπνήσω
και Ξέρω
πως Ξανά
θα Ξαμολήσω
τα Ξάρτια μου
και θα ταξιδέψω
σε Ξέρες
αφιλόΞενες.
Ξανά
θα Ξενυχτήσω
και Ξέρω
πως Ξανά
δε θα Ξεφύγω
τους Ξιφοφόρους
που Ξαίνουν
την Ξανθιά
Ξαστεριά μου.
Ξανά
θα Ξανυχτήσω
και Ξέρω
πως Ξανά
δε θα Ξαγρυπνήσω
τις πυξίδες μου,
για να τρέΞουν
μέχρι το Ξημέρωμα
και να δείΞουν
πόσο δεν αΞίζει
τούτο το Ξαγρύπνημα....

"ΝΙΚΗ"

το Νεκρό
Νερό
δε δίΝει πια
καΝένα
Νόημα,
δε δίΝει πια
πΝοή και
Νεύρο...
τα ΝεαΝικά
τα σύγΝεφα
κατεβαίΝουΝ πια
στοΝ
άΝεμο
του Νότου
και έΝας
Νέος
λύΝει
τα όΝειρα
της Νύχτας...
μηΝ
ξεΝυχτάς...
η αΝατολή
θε Νάρθει
σύΝτομα
και από Νωρίς
θα Νιώσεις
τηΝ
Νίκη σου!

"ΜΟΙΡΑΙΑ ΜΥΗΣΗ"

τα βήΜατα
Μονότονα
και Μίζερα
Μακραίνουν
απ' τη Μικρή
Μολυβιά
που Μερεμέτισε
το Μελάνι
το Μαύρο...
όΜως
τα Μάτια
δεν αποΜακρύνονται
απ'το Μάννα
και το στόΜα
ακόΜα
Μιλάει
γεΜάτο
Με
Μέλι
για την Μονάκριβη
Μέρα
που Μπόρεσε
να
Μείνει
Μεγάλη,
παρά τις Μάχες
που έΜεναν
Μέσα
στο σώΜα
και δεν Μπορούσαν
να Μαλακώσουν
το Μίσος
για την Μοιραία
τη Μύηση.

"ΛΑΜΨΗ"

ΛάΛησε
το κεφαΛοπούΛι
της αυΛής,
τα ΛουΛούδια
Λουσμένα
στις στάΛες
Λαμπιρίζουν
στις γΛάστρες,
οι κοπέΛες
απΛώνουν
τα παπΛώματα
στα Λιακωτά,
πΛακώνουν
οι πΛανόδιοι
πωΛητές,
πΛούσια
και πΛουμιστά
τα Λόγια τους....
κι εγώ αγκαΛιά
με τον ήΛιο
ανατέΛΛω
και του Λέω...
καΛημέρα
βασιΛιά μου,
καΛημέρα
εΛπίδα
και Λάμψη μου!

Τετάρτη 15 Απριλίου 2009

"ΚΑΤΑΚΤΗΣΗ"

ΚατέβηΚα
στον Κήπο...
Και
εΚεί
Κατάφερα
σαν Καπάτσα
Κυρά
να Κουράσω
τελιΚά
τους Κηφήνες
στο Κρυφό
το Κυνήγι τους.
Κι έτσι
Κέρδισα!
το Κεφάλι μου
Κίνησα
Και
Κοίταξα
τον Καυτό
τον Κύρη
της Κοιλάδας
με τους Κρίνους
να με Καρτερεί
με τις Κεραίες του
ΚαταΚόΚΚινες
Και
Και σαν δώρο μου
να Κρατά
την ΚατάΚτηση
του Κόσμου!

"ΘΥΤΗΣ ΚΑΙ ΘΥΜΑ"

χΘες
ξεσηκώΘηκε
ο Θάνατος
κι ήρΘε
στη Θύρα μου
να μου Θυμήσει
πως Θυσιάστηκε
το Θύμα
και πουΘενά
δε Θέλησε κανείς
να Θέσει
τα λάΘη.
Θεέ μου,
η Θύμηση
Θωπεύει
τον απάνΘρωπο
Θυμό μου...
Θεέ μου,
τα παΘήματά μου
Θαμπώνουν
το Θρήνο...
Θεέ μου...
ποιος το Θύμα
κι ο Θύτης;

"ΖΗΤΙΑΝΑ ΖΩΗ"

η Ζωή
Ζήτησε
Ζεστή
τη Ζήση της,
δίχως Ζαλάδες
στην πρόΖα της.
η Ζωή
Ζήτησε
Ζυγή
τη Ζαριά της,
δίχως Ζαβολιές
στη μιΖέρια της.
Κι αν το Ζήτησε,
όμως δεν έΖησε
Ζωηρή
τη Ζήτησή της...
και μεσ' τις Ζάρες της
μαράΖωσε
για πάντα Ζητιάνα
Ζωή!

"ΔΙΕΞΟΔΟΣ"

Δίπλα
στους Δυνατούς
Διστάζω,
Δειλιάζουν
τα πόΔια μου
και στο Δέρμα μου
Δε
Δίνει
γυαλάΔα
το Δάκρυ μου.
Μα Δίπλα σου
Διπλιάζω
τη Δύναμη
και Δέχομαι
τα Δώρα σου
αΔίσταχτα...
τη Δική σου
Δροσιά,
τα Δικά σου
σανΔάλια,
το Δικό σου
το λάΔι...
μια Διέξοδος!

"ΓΥΡΙΣΜΑΤΑ"

Γυρνώ
στη Γυμνή
Γειτονιά μου
και Γυρίζει
το Γέλιο μου,
Γίνεται
πάΓος
Γαλάζιος,
Γεμίζουν
τα Γλέφαρα
παΓερές
σταΓονίδες...
Γυρίζω
κι εΓώ,
αΓΓίζω
την ξάΓρυπνη
έΓνοια μου
και Γεμίζει
η Γλώσσα μου
Γαλήνια
Γλύκα...
Γυρίζει
το Γνέψιμο
και Γίνεται
ΓαρΓάλημα
αΓάπης....
σε τόσα Γυρίσματα!

Τρίτη 14 Απριλίου 2009

"ΒΥΘΙΣΙΣ"

Στην άΒυσσο
που Βρέθηκα
- Βαθειά και
άΒολα -
Βαίνω
στα Βάσανά μου...
όμως Βαστώ
τις Βόμβες μου
όταν θα Βγουν
οι Βιαστές
τη Βασιλική μου
τη Βομβάη
να ΒεΒηλώσουν
με τα Βαρύηχα
τα Βλέμματά τους
και τις Βδελυρές τους
Βασκανίες...
Βούρκος
Βαθύς,
Βαθειά
κι η Βύθισις!

Τρίτη 3 Μαρτίου 2009

Πάσχω


http://users.ilei.sch.gr/vaspapadim/vassilis/dolor.swf

Πάσχω στο παρελθόν
και τα κίτρινα φύλλα που το έχουν γεμίσει

Πάσχω στις όμορφες νύχτες
και τα οράματα που τις έχουν κεντήσει

Πάσχω στις πολλές εποχές
και τα χρώματα που τις έχουν στολίσει

Πάσχω στα όμορφα μάτια
και τα δάκρυα που τα έχουν ποτίσει

Πάσχω στον ουρανό
και τον αγέρα που τον έχει παγώσει

Πάσχω στην αιώνια πένα
και τα λόγια αγάπης που έχει απλώσει

Πάσχω στις παλιές ιστορίες
και τις εικόνες που έχουν μέσα αντρέψει

Πάσχω στις ψυχές
και τα αισθήματα που τις έχουν πλανέψει

Πάσχω στα σώματα
και τις αγκαλιές που τα έχουν χαϊδέψει

Πάσχω στις τόσες στιγμές
και τα έντονα φώτα που τις έχουν φωτίσει

Πάσχω και συνεχίζω να πάσχω,
γιατί έτσι θα μπορέσω να συνεχίσω 
κι άλλα τόσα να ζήσω!

Κυριακή 22 Φεβρουαρίου 2009

Γλυκιά θεά

http://users.ilei.sch.gr/vaspapadim/vassilis/dea.swf

Μέσα
σ’ εκείνη τη στιγμή
που λούζεται
στο χρώμα της φωτιάς

μέσα στα πέπλα
του χορού του μαγικού
...
η δύναμη του νου σταλιάζει
μπροστά
στο πάθος της ψυχής
...
και οι υποσχέσεις του καθρέφτη
μένουνε πίσω
απ’ την ισχύ της ηδονής.

Μέσα
σ’ εκείνη τη στιγμή
που λούζεται
στο χρώμα της φωτιάς

πάνω στα βήματα
της μαγικής χορογραφίας
...
τα λόγια καίγονται
και το μυαλό αδειάζει
...
το σώμα γίνεται θεός
και η ζωή χορεύει!


Γλυκιά θεά ,
γέλα όσο μπορείς!



Πέμπτη 19 Φεβρουαρίου 2009

Η αναμονή

Ένας ακόμα εφιάλτης

Η μπαλκονόπορτα της γκαρσονιέρας που είχε νοικιάσει για εκείνη τη χρονιά ήταν ήδη ορθάνοιχτη κι ένα αεράκι ερχόταν κατευθείαν από τη θάλασσα παρέα με τον ήχο των κυμάτων που έσκαγαν δειλά δειλά στα βράχια που βρίσκονταν σχεδόν κάτω από το μπαλκόνι και που λίγες μέρες πριν είχε επισκεφτεί σε έναν από τους πολλούς εφιάλτες που φορτωνόταν κάθε βράδυ. Μάλιστα τον τελευταίο καιρό ήταν ιδιαίτερα ζωντανοί. Τόσο ζωντανοί που η απομάκρυνση από την αγκαλιά του Μορφέα ήταν σχεδόν συγχρονισμένη με την ανατολή του ήλιου.

Πριν λίγες μέρες λοιπόν είχε κατέβει μέχρι εκεί και είχε καθίσει πάνω σε έναν από εκείνους τους βράχους. Είχε ανάψει ένα τσιγάρο και κοιτούσε. Κοιτούσε απέναντι… χιλιόμετρα μακριά μέσα στο χρόνο. Μια παρέα από ώριμους άντρες κάθονταν όλοι μαζί γύρω από ένα τραπέζι. Μιλούσαν έντονα μεταξύ τους και κάποιοι έπιναν από το ποτήρι που κρατούσαν κρασί κόκκινο. Στο βλέμμα τους διέκρινε κανείς μια ανυπομονησία για το φαγητό που αργούσε. Μάλιστα δεν έλειπαν και οι διαξιφισμοί για την επιλογή του φούρνου που θα έψηνε το μεσημεριανό γεύμα τους. Η αλήθεια είναι ότι δεν ήταν δυνατόν να καταλάβει τι ακριβώς έλεγαν. Κι αυτό συμβαίνει πολλές φορές στα όνειρα των ανθρώπων. Προσπάθησε να βάλει σε μια τάξη τη σειρά των εικόνων που βομβάρδιζαν εκείνη την νύχτα το μυαλό του, μήπως και τελικά καταλάβει τι συνέβαινε μέσα σε εκείνο το σύννεφο που κάλυπτε το επικείμενο γεύμα.
Ξαφνικά τα χέρια εκείνων των ανθρώπων ήταν γεμάτα αίμα που έσταζε από το κρέας που κρατούσαν στα δάκτυλά τους. Το κρέας ήταν σχεδόν ωμό και ζωντανό. Ξεπηδούσε από τις κομμένες φλέβες λες και πριν λίγο το είχαν σφάξει. Έτρωγαν λαίμαργα, καθώς με όλα τους τα δάκτυλα μπούκωναν τα στόματά τους με τα κομμάτια του κρέατος που βρίσκονταν μοιρασμένο μπροστά στα πιάτα τους. Το γεύμα τους δεν κράτησε πολύ. Σε λίγα δευτερόλεπτα τα πιάτα ήταν σχεδόν άδεια και μόνο τα λευκά οστά του σφάγιου ήταν σκορπισμένα παντού, πάνω στις πιατέλες, στο λευκό τραπεζομάντιλο που σε κάποιες γωνίες φαινόταν το πραγματικό του χρώμα μιας και το αίμα που έσταζε από τα κομμάτια του κρέατος είχε απλωθεί πάνω του και του είχε δώσει ένα χρώμα βαθύ κόκκινο, στα καθίσματα, στο πάτωμα.
Το μεγάλο φαγοπότι είχε πια τελειώσει και μόνο ένας βαρύς ύπνος ήταν αυτός που δήλωνε το χορτασμό τους. Όλοι τους κοιμόντουσαν βαριά, χυμένοι σε διάφορα σημεία του χώρου, σε διάφορες στάσεις. Έτσι όπως ακριβώς θα τους είχε στήσει ένας ζωγράφος, για να αποδώσει στον πίνακά του την απόλυτη χορτασίλα. Κάπου κάπου ακουγόταν κι ένα ρέψιμο από κάποιον κοιμισμένο που είχε γυρίσει ανάσκελα. Η ανάσα του στην προσπάθειά της να βρει διέξοδο σκάλωνε στο λάρυγγα του και τον έφερνε στα πρόθυρα της ασφυξίας. Δυστυχώς όμως κατάφερνε και επιζούσε.

Ένα κύμα πιο δυνατό ξαναέφερνε το βλέμμα πιο κοντά, λίγα εκατοστά πιο πέρα από τα γυμνά δάκτυλα του δεξιού ποδιού που τεντωνόταν ελάχιστα πιο πάνω από την επιφάνεια της θάλασσας. Η σκιά που δημιουργούσε πάνω της οδηγούσε σιγά σιγά τη ματιά στο βυθό των νερών που γινόταν όλο και πιο βαθύς και πιο σκοτεινός. Σε μια άκρη ξαπλωμένος πάλι ένας από εκείνους τους ώριμους άντρες. Με κλειστά μάτια έγλειφε τα δόντια του ψάχνοντας ίσως με τη γλώσσα του κάποια υπολείμματα της σάρκας που είχε φάει πριν. Η γλώσσα του γλιστρούσε προσεκτικά από δόντι σε δόντι και με αγωνία στριμωχνόταν στις μικρές κοιλάδες που δημιουργούνταν ανάμεσά τους. Ήθελε να ξαναφέρει στο μυαλό του την υπέροχη γεύση, τη μοναδική οσμή που τον είχε οδηγήσει σε εκείνον τον ήρεμο ύπνο της χορτασίλας. Μάζευε τα χείλη του στο κέντρο του στόματος κι έτσι είχε τη δυνατότητα να ρουφήξει προς τα μέσα ό τι είχε απομείνει ανάμεσα στα δόντια. Έστω μια μικρή ίνα κρέατος που θα τιναζόταν ανάμεσα από τους κυνόδοντες ή τους κοπτήρες του, ήταν ικανή να τον επιστρέψει στη γαλήνη του ύπνου του.

Δύσκολο όνειρο, μπερδεμένο κι άρρωστο. Πολλά τέτοια είχαν επισκεφτεί τη μικρή γκαρσονιέρα κι είχαν ποτίσει τις κουρτίνες της μπαλκονόπορτας που τώρα πια ήταν ορθάνοιχτη. Έξω ήδη είχε στρώσει το λευκό τραπεζομάντιλο στο τραπεζάκι που βρισκόταν κοντά στα κάγκελα και στεκόταν απέναντι στον ήλιο. Είχε αφήσει για αρκετή ώρα το πρόσωπο να δέχεται τις πρώτες αχτίδες του, τις τόσο καυτές, αλλά και ηδονικές αχτίδες. Ίσως γιατί η δροσιά της νύχτας ηρεμεί το δέρμα και η απότομη έκθεσή του στις πρώτες αχτίδες της αυγής το βάζουν σε μια βίαιη διαδικασία προσαρμογής. Πέρα από όλα αυτά, η πρωινή επαφή με τον ήλιο είναι κάτι μοναδικό. Κρατήθηκε λοιπόν γερά από το πάνω κάγκελο και έβαλε το πρόσωπο απέναντι στον ήλιο. Έκλεισε τα μάτια και περίμενε. Ήξερε ότι σε λίγα δευτερόλεπτα οι αχτίδες θα κατάφερναν να διαπεράσουν τα βλέφαρα, να ποτίσουν τις κόρες των ματιών και να δημιουργήσουν εκείνο το υπέροχο χρυσό πέπλο που αγκαλιάζει τελικά όλο το σώμα και το οδηγεί στον ουρανό, το κάνει να αιωρείται, να ταξιδεύει. Ήταν όμως ένα παιχνίδι που δεν μπορούσε να κρατήσει για πολύ. Ο φόβος να χαλαρώσουν τα δάκτυλα και να σωριαστεί επανέφερε το σώμα στην πραγματικότητα. Το ευτύχημα ήταν ότι ο ήλιος του είχε προσφέρει τη δύναμή του.

Από μέσα η μουσική γέμιζε σιγά σιγά το δωμάτιο. Αργά, αλλά σταθερά έβαφε τους τοίχους και σαν κισσός πιανόταν απ’ όπου μπορούσε να πιαστεί, μέχρι που έφτανε μέχρι τις κουρτίνες της μπαλκονόπορτας που ήταν ήδη ορθάνοιχτη. Έβρισκε λοιπόν την ευκαιρία και έβγαινε κι αυτή στο μπαλκόνι. Ήταν η ώρα του καφέ. Ελληνικός καφές που θα έμπαινε μέσα στο ζεστό νερό πριν βράσει κι αφού θα είχε μπει από την αρχή λιγοστή ζάχαρη, για να σπάσει την πίκρα. Ένα γρήγορο ανακάτεμα και σερβίρισμα στον πρώτο χόχλο, για να μην καεί η γεύση και κόψει το καϊμάκι. Πράγματι, αν το καϊμάκι είναι κομμένο, σου χαλάει όλη τη διάθεση. Ο καφές και μάλιστα ο ελληνικός καφές είναι προσωπική υπόθεση. Αν το καϊμάκι είναι κομμένο, σίγουρα το υγρό του καφέ είναι καμένο. Το πιθανότερο λοιπόν, όταν αγγίξει τα χείλη χωρίς το καϊμάκι που λειτουργεί προστατευτικά, τα καίει. Ασυναίσθητα λοιπόν το στόμα ρουφάει γρήγορα. Το κακό όμως έχει γίνει. Η γλώσσα που βρίσκεται ακριβώς πίσω από τα χείλη έρχονται σε επαφή με το καυτό υγρό και δυστυχώς καίγεται. Μαζί μ’ αυτή και ο αισθητήρας της γεύσης. Μαζί τους και η διάθεση. Μαζί τους και η ατμόσφαιρα. Άρα ο ελληνικός καφές είναι μια διαδικασία που πρέπει κανείς να την προσέξει, αν θέλει όλα να πάνε καλά. Εκείνη τη μέρα ο καφές ήταν υπέροχος. Και συνήθως μετά από έναν εφιάλτη, πάντα ο καφές ήταν ιδιαίτερα προσεγμένος. Σερβιρισμένος σε χοντρό φλιτζάνι άχνιζε πάνω στο μικρό στρογγυλό πιατάκι που ήταν ακουμπισμένο στο λευκό τραπεζομάντιλο που ήταν στρωμένο πάνω στο μικρό τραπεζάκι που βρισκόταν στο μπαλκόνι, που στεκόταν πάνω από εκείνα τα βράχια που τα έγλειφαν εκείνα τα κύματα που ξεκινούσαν από τόσα χιλιόμετρα μακριά μέσα στο χρόνο και μετέφεραν εκείνους τους κοιμισμένους και χορτασμένους τύπους μέχρι εκεί…

Μια τζούρα ήταν αρκετή, για να δώσει την υπέροχη γεύση। Κι ένα πέρασμα της γλώσσας πάνω από τα δόντια, για να νιώσει τον ψιλό αρωματικό κόκκο του καφέ να σπάει και να διαχέει το άρωμά του σε όλη τη στοματική κοιλότητα, μέχρι που να χαθεί βαθιά στο λάρυγγα...

Δευτέρα 16 Φεβρουαρίου 2009

το ταξίδι

(αφού διάβασα το "Το τρένο" του Ανδρέα Φουσακρίνη, http://koklas.blogspot.com )


(Στον Αντρέα)

Μέσα στην κάψα του θέρους
είχε αφήσει την πόλη του Θησέα
και είχε μπει στο τρένο για τον τόπο του,
με την κρυφή ελπίδα να δει τον άγγελό του.

Γύρω του κόσμος πολύς κι αδιάφορος
πνιγμένος στα δικά του πάθη κι απολαύσεις,
καθόλου δεν τον άφηναν να γύρει λίγο
και να’ βρει λίγη ησυχία στο κορμί και το μυαλό του.

Έκλεισε για λίγο τα δυο του μάτια
κι ονειρεύτηκε την όμορφη την κοπελιά του,
που η τύχη κάποτε τους έφερε κοντά
καθώς τον παίδευε πολύ να βρει άκρη για τη γενιά του.

Φέρνει στου νου την πρώτη εκδοχή,
πως ο παππούς του ήτανε γόνος αρχοντικός
μα σκάλωνε η χαρά του σαν έβρισκε
το όνομά του να σέρνεται μες τα ερείπια του Παρθενώνα.

Από την άλλη πάλι ήταν η αδελφή του
που δεν τον άφηνε πολύ στο όνειρό του,
ο κυνισμός της σκόρπαγε το αίμα το γαλάζιο
και το μπαστάρδευε με τον καρπό μίας ταπεινής γυναίκας.

Και ο δρόμος μαζευότανε σιγά σιγά
περνώντας από τη στενή κι ολέθρια δίοδο
που κάποτε ο βασιλιάς στα νιάτα του
πέρασε όλο δόξα και θέρισε τους φοβερούς ληστές της.

Η σκέψη του ήθελε να φεύγει πάντα
να αναζητά την επαφή του παρελθόντος
και να εξηγεί πώς γίνεται το χθες του καθενός
να είναι αιώνια μέσα του κι ας μη το ζει στο τώρα.

Στου Αράτου τα λιβάδια χάθηκε
ο νους χόρεψε για λίγο στο χρόνο μέσα
και η ματιά του έφτασε στα αχαϊκά βουνά
που έκρυβε και έθρεφε τα όνειρα βασανισμένων νέων.

Κάποια στιγμή το σώμα πετάχτηκε έξω
βρόντηξε πάνω στο κρύο και σκληρό τσιμέντο,
το αίμα κύλησε στη γη και η ψυχή πήρε το δρόμο τ' ουρανού

παίρνοντας μαζί της τα όνειρα και μια βουβή ματιά…
....από εκείνη!


Κυριακή 15 Φεβρουαρίου 2009

Το πρώτο μου ταξίδι









έβαλα μια παναγίτσα στην τσέπη του μπουφάν μου

και κράτησα μές την ψυχή μου την ευχή της

ήταν η μάνα μου στραμμένη προς τον ήλιο

κι ήταν αδύνατον να δω αν στάζει δάκρυ στο λαιμό της


όλα τα όνειρα που πήρα μαζί τα είχα τυλιγμένα

με δυο πουκάμισα λευκά πολύ καλά σιδερωμένα

κι ένα κουράγιο μπόλικο το στρίμωξα κι εκείνο

μες τη σακκούλα που είχα βάλει τις δυο μπότες


βγήκα στη σκάλα του σπιτιού κι είδα το σκύλο κάτω

να κλαίει άσμα πικρό για το φευγιό μου

ένας πατέρας ήταν κρυμμένος καλά στην καμαρά του

μα ο καημός του ερήμαζε τους τοίχους


λίγες χεριές ελπίδας μάζεψα απ' τον κήπο

μες τις φανέλες έστρωσα σαν τη γλυκιά λεβάντα

και την αγνότητα που είχα γραμμένη στα βιβλία

την έβαλα παρέα με τον κόκκινο το σκούφο


μια πεταλούδα ξέφυγε από το μακρύ ταξίδι

κι ήρθε και στάλιασε στο ξηλωμένο μου το πέτο

μια αδελφή κουλουριασμένη στο δεξί μου πόδι

δεν ήθελε να χάσει τ' αδέλφι από κοντά της


ένα χαμόγελο καλά με μια λεπτή κλωστούλα

το έδεσα κοντά στο πάνινο το φυλακτό μου

και αυτό που μ' έκανε να λάμπω από μικρός

το κράτησα καλά κάτω απ΄το δεξί μου μπράτσο


κλειστά τα μαγαζιά στης κυριακής τη σχόλη

έκανε πολλά τα μάτια να στριμώχνονται κοντά μου

και η γιαγιά έτσι χαμένη που ήταν με χαιρετούσε

σαν να φευγε για άλλη μια φορά ο παππούς μου

......................


και κίνησα για το ταξίδι.....

"Αβεσσαλώμ" από το "Ο χρόνος της θυσίας"

Κυριακή 8 Φεβρουαρίου 2009

ηρθες

Κωνσταντίνου Χατζόπουλου (Νέα Αθηναϊκή Σχολή)


http://users.ilei.sch.gr/vaspapadim/irthes_xatzopoulos/irthes.swf


Σάββατο 31 Ιανουαρίου 2009

ΜΑΡΙΟΣ




(Στο Μάριο)


Στο σκοτάδι της ψυχής μου
Ήρθες πάλι
Μικρός κι ανήμπορος
Ζητώντας μου να σε πάρω μια αγκαλιά
Μια καρδιά απαλή, σχεδόν ξέπνοη...

Κι εγώ νόμιζα ότι ήσουν ένα όνειρο
Δε σου δινα καμιά σημασία
Σου λεγα : ξέρεις το δρόμο
Προχώρα...

Τη φωνή σου δεν άκουγα
Κουφός
Τα μάτια σου δεν έβλεπα
Τυφλός
Εκεί μακριά σου στεκόμουν
Και τα περίμενα όλα από σένα...

Εσύ όμως δε σταμάτησες να κλαίς
Κάτι σου έφταιγε
Κάτι σε πονούσε
Μα ποιος να σ’ ακούσει;
Ποιος να σε νιώσει;
Όλοι μας κάπου χαμένοι
Αλλά κι εγώ χαμένος;
Πώς μπόρεσα....

Μόνο σχέδια στου ουρανού τα σύννεφα
Κουβέντες για το όνομά σου
Γέλια για το μεγάλωμά σου
Ευχές για τη μορφή σου
Ενώ εσύ φώναζες....

Έτσι σταμάτησες κάποια στιγμή
Να κλαις και να φωνάζεις!
Η σιωπή σου έγινε η πιο τρανή κραυγή
Και τάραξε την ησυχία μας
Μας πέταξε από το όνειρο
Μας κάρφωσε στον τοίχο
Μας τιμώρησε
Και μένα πιο πολύ απ’ όλους....

Πέμπτη 15 Ιανουαρίου 2009

περιμένοντας να έρθεις....




αχ χέρι όμορφο
που να σε βρω μέσα στον κόσμο τούτο
χρόνια πολλά σε ψάχνω...
για μια ζωή σ' αναζητώ να πλέξουμε μαζί το όνειρο
που βλέπω κάθε βράδυ
να κάνουμε τον κόσμο μας ιδανικό
μια αγκαλιά μαζί και ένα χάδι...
τα μάτια στάλιασαν μπροστά στο δρόμο
μπροστά να πάνε δεν μπορούν ούτε και πίσω
είναι γιατί μονάχος μου φοβάμαι
να βάλω μπρος για το ταξίδι....
θα μείνω εδώ να περιμένω εσένα
μαζί σου θέλω το πανί μου να τεντώσω...
έχει άλλη χάρη ν' ακούγεται διπλό το γέλιο
τα τέσσερα τα χέρια κάνουν ποικίλα σχέδια στον ήλιο
πιο δυνατό το βήμα απ' τους δύο
τον κόσμο θα ταράξει
και τα θηρία θα τα χώσει πιο βαθιά μέσα στο δάσος....
μένω εδώ γιατί νιώθω ότι θα έρθεις....
ξημερώνει!!!

Τετάρτη 7 Ιανουαρίου 2009

Δευτέρα 5 Ιανουαρίου 2009

ο περίπατος





πάλι περπάτησα σε εκείνους τους χωμάτινους βρεγμένους δρόμους...
δίπλα σ' ένα ποτάμι κοντοστάθηκαέσκυψα και κοίταξα το πρόσωπό μου στον καθρέφτη του...δύσκολο αλήθεια να γνωρίσω τα μάτια που με κοιτούσαν.κατάλαβα τότε τι έπρεπε να κάνω...
έγλειψα με τη γλώσσα μου το νερό και μύρισα γύρω την ατμόσφαιρα.
τότε μονάχα άκουσα το γέλιο να χαϊδεύει τα αυτιά μουκι ένιωσα τη ψυχή μου να χορεύει μες τη σάλα του μυαλού μου.
χαιρέτησα ένα σπουργίτι που με κοιτούσε απ' ένα δέντρο και πήρα πάλι το δρόμο για το σπίτι....

Πέμπτη 1 Ιανουαρίου 2009

απόψε...
















Απόψε
το φεγγάρι κρύφτηκε
Πίσω από τα βαριά σύννεφα

Και λύθηκαν
τα μάγια της ψυχής
Στην κρύα ατμόσφαιρα του αγέρα!

Ένας άγγελος
Απόψε
πέταξε στα ουράνια

Και το ταξίδι του χρυσόσκονη στα μάτια...

Ένα παιδί ευαίσθητο
Απόψε
Βγήκε από το χθες

Με αίμα κόκκινο στο πρόσωπο βαμμένο...

Απόψε
Η γιορτή δεν κράτησε πολύ
Αλλού ηχούν τα όργανα

Και η κοιλάδα του λαιμού
Άλλη σπορά θα θρέψει!

Ένα αγγελούδι
Απόψε
Φτερούγισε με το δικό του τρόπο

Το μήνυμα της άλλης πλευράς...

Ένα παιδάκι ταπεινό
Απόψε
Ψάχνει να βρει μέσα στο μέλλον

Το τρόπο να κρατήσει το παιχνίδι...