ΣΥΛΛΟΓΕΣ

Σάββατο 10 Δεκεμβρίου 2011

Έλα!

Έλα να παίξουμε στο παραμύθι της στιγμής...

έλα να τρέξουμε κι ας μπλέξουμε
κι ας ξεχαστούμε...
πως τούτη η νύχτα μας στερεί τα βέλτιστα!

Έλα να κάνουμε παρέα στη μοναξιά μας...

έλα να γονατίσουμε και να ευχηθούμε
κι ας φανταστούμε...
πως μόνο το όνειρο θα μας προσφέρει τα βέλτιστα!

Έλα μαζί μου,
καβάλα στο καινούριο μου ποδήλατο
που ανεβαίνει στον ουρανό
και μεταφέρει τη στιγμή στ' αστέρια...

Έλα να δούμε από ψηλά τι αξίζει η ζωή
κι ας είναι παραμύθι!

από κάθε νυχτέρι




το νευρικό τρεμούλιασμα
του απαλού κορμιού
το ανήσυχο βλέμμα
των αστραφτερών ματιών
το βιαστικό φιλί
των φοβισμένων χειλιών

όλα μαζεμένα
μέσα
στην σκοτεινή αποθήκη της Μνήμης

σχεδιάζουν
εδώ κι εκεί
πάνω στη σκοτεινή μάντρα
που περνώ κάθε βράδυ
σκιές γνωστές
από κάθε νυχτέρι

"Ωδή" για τον "Πρώτο"

Εδώ πέρα εις την Ρόδον
σ' έναν χώρο εγκλωβισμένοι
τη ζωή μας με τον δόλον
την κρατάν φυλακισμένη।

Κι ο αφέντης στο κονάκι
ενώ οι δούλοι στο χαντάκι
τη δουλειά τους δεν 'κτιμάει
μα τα κόπια τους ζητάει।

Και φωνάζει "διοικώ"
με την έννοια του "αδικώ"
κι όλο λέει "εγώ διατάζω"
που σημαίνει "ατιμάζω"।
Λέει επίσης δυνατά
πως τον άσσο αυτός κρατά
κι όποιον θέλει τον πατάσσει
στην αναφορά σαν φτάσει।

Λέει ακόμα πως φροντίζει
την τροφή για τον φαντάρο
μα με άλλους κανονίζει
να κρατάνε το καπάρο।

Και διατάζει "αφθονία"
τη φιγούρα του να κάνει,
ακολούθως την πενία
τη θυμάται και λουφάζει।

Και ζητάει χαιρετούρες
και το πόδι καρφωτό
και δε βλέπει τις καμπούρες
στο δικό του το κορμό।

Οδοιπορικά ξεχνάει
να σου δώσει για Καβάλα
και την έγνοια του κρατάει
για τ' αστέρια τα μεγάλα।

Κι όλοι γύρω οι αρουραίοι
του κρατάνε το φακό
κι ο καθένας του το σάκο
του τον θέτει ανοιχτό।

Και ο χώρος ευκαιρίας
για επίδειξη μανίας
μες σε κράτος ειρωνείας
με στρατό αδυναμίας!

Η διέξοδος

Σταματώ τις κυκλικές κινήσεις
που ορίζει ο κανόνας της Πὐλης
και πέφτω με τα μούτρα σ' αυτό που λατρεύω...

Ο χρόνος είναι σύντομος
και ο χώρος δε μου επιτρέπει αναστήματα
Ο τόπος είναι άγριος
κι οι πηγές είναι άδειες από νάματα...

Μες σε τούτη την κενή και απαίσια ατμόσφαιρα
προσπαθώ να κρατήσω το μυαλό μου ατόφιο...
το μυαλό μου να μείνει καθάριο
και το μάτι μου υγρό - μη θολώσει
και χάσω τα αμάραντα ρόδα
που μου δείχνουν το δρόμο
της δικής μου της Ποίησης।

Η οριστική έξοδος

Συγκινήσεις μεγάλες
την ώρα της οριστικής εξόδου
- άλλης μιας απ' τις πολλές που θα ταράξουν -
τα χέρια τρέμουν σα γυρίζουν το κλειδί της λύτρωσης
τα μάτια δεν πιστεύουν στη χρυσή στιγμή
τα πόδια ξεδιπλώνονται διάπλατα πέρα από την πύλη
και μόνο το βλέμμα γυρίζει για λίγο προς τα εντός
με μια άλλη αίσθηση
- σε αυτούς που χαιρετούν -

το τυπικό ξεχνιέται μονομιάς
η προσοχή πια δεν θα χτυπιέται σ' αναξίους
ούτε η υποταγή ξανά στην άμουση φωνή της χαλασμένη σάλπιγγας
το βάρος της σιδερένιας σκέψης μακριά απ' το ζεστό κεφάλι
και οι εξαρτήσεις κρεμασμένες πλάι στο άδειο το κρεβάτι...
όλα αυτά σε μια ομίχλη πεταμένα
σαν ένας μόνο εφιάλτης θα κυλάει που και που
ανάμεσα στο θρόισμα από κλαδιά ευκαλύπτων
που μόνο το άρωμά τους θα επιμένει...

μιας και η δύναμή τους δε θα μπορεί ν' ακολουθήσει
αφού ο νους και η ψυχή ψηλά προς το αστέρι του ήλιου ανεβαίνει
κι εκεί τη δύναμη τους ξαναβρίσκουν και φοράνε...

- την είχανε αρπάξει σαν πέρναγαν την πύλη των βαρβάρων -

Στο κόσμο πια έκθετα...

Νιώθω τον ήχο
σαν βαδίζει και χάνεται
και θέλω να σταματήσω να νιώθω...

κι εσύ ψυχή μου
στο χώμα μη σέρνεσαι
για έναν τόσο ανελέητο πόθο।

Καλύπτω τα μάτια
μη δείχνουν ανόητα
και στρέφω το βλέμμα αντίθετα...

όλα του αύριο
είναι πια αυτονόητα
σαν μένουν στον κόσμο πια έκθετα...

Για μια χούφτα στιγμές






Βγαίνεις στον κόσμο ανάμεσα
και σου δείχνει τα πρέπει σου...

σχίζεις τη μορφή σου ενδιάμεσα
και φορτώνεις με ψέμα την σκέψη σου।

Απ' το λόγο του εξαρτάς τη ζωή
και δε σκέφτεσαι τι κάνει ο ίσκιος σου...

στο ποτήρι του ακουμπάς τη ψυχή
και ξεχνιέσαι στο σκοτάδι ο ήχος σου।

Στη δική του τη λάμψη υποκλίνεσαι
και να μην προδοθεί η υποταγή του ζητάς...

στα δικά του αρμόζει συνέχεια στήνεσαι
και το κύριο ύψος σου στο χώμα πατάς।

Για μια χούφτα στιγμές όλα αυτά
που μπορούσες να βρεις και σε πάγκους ...

αλλά κοίτα τα μάτια σου, αύριο θα είναι καυτά
αφού δένεις συνεχώς το λαιμό σου με σπάγκους!

κι εγώ στο δικό μου το γέμισμα...


Σιωπώ στην κάψα του καλοκαιριού...
το μόνο που ζητώ
- να μείνουν πιστά μεσ' το χρόνο τα μάτια
και οι μνήμες να φωτίζουν το δρόμο
στα πουλιά που φορτώνονται τόσες ευχές
για το αύριο...

η σελήνη πάλι αρχίζει να φαίνεται
κι εγώ στο δικό μου το γέμισμα...

ο ουρανός θα αργήσει ν' ανοίξει

Η λαλιά κομμένη σε χίλια κομμάτια
και τα μάτια μόλις κρατούν το συναίσθημα...

Κι ο χρόνος μεγάλος και μαζί ηττημένος,
αφού η νίκη του μικρή, τραγική εντός των ωρών του...
μονάχη στριμώχνεται σαν πληγωμένη στιγμή
στις λιγοστές ομόκεντρες ρίγες του...

ο ουρανός θα αργήσει ν' ανοίξει...

καλοκαίρι δε μύρισα!

०५। ०७। १९९०
σήμερα άκουσα τα τζιτζίκια
σήμερα είδα τα χελιδόνια
σήμερα ένιωσα το ήλιο καυτό...
κι όμως καλοκαίρι δε μύρισα!

Μ.Ο.Ν.Α.Ξ.Ι.Α. μ' Α.Ν.Τ.Ι.Δ.Ο.Τ.Ο.




Μ
 ένω μονάχα με μια λέξη αγκαλιά

Ο πλισμένη με βαριά πανοπλία,
Ν α φωνάζει το χρόνο για σύμμαχο,
Α ργά αργά να περνά το κατώφλι μου,
Ξ εχασμένες στιγμές προσπαθώντας να δώσει,
Ι δανικές μυρωδιές να σκεπάσει,
Α ποψιλώνοντας τη χλόη του νου μου...

μ'


Α πλώνω το κορμί μου ημίγυμνο,

Ν α στραφεί προς την άλλη τη λέξη,
Τ ην κενότητα αυτή να πληρώσει,
Ι χνηλάτης να γίνει της νύχτας,
Δ ότης του κόκκινου χώματος,
Ο μορφιές ζωντανές να προσφέρει,
Τ ραγουδώντας κομμάτια υπέροχα,
Ο δογέφυρα της ζωής που' χω χάσει.

Χ.Α.Ο.Σ.

Χ άνω το πράσινο του δάσους
Α π' το αίμα μου φεύγει το κόκκινο
Ο ήλιος παύει να είναι χρυσός
Σ τον ουρανό ελλείπει το γαλάζιο...

Μη και...

Χρυσή βροχή
στα μαλλιά σου θα στάξω
και μ' ένα πέπλο
τη μορφή θα σκεπάσω,
μη και σε δουν τα μάτια του ήλιου
και σου δώσουν το χρώμα του μήλου।

Μια πνοή του ανέμου
στο κορμί θα καλέσω
κι ένα τραγούδι
όλο μέλι για σένα θα πλέξω,
μη και σε πλανέψει η ωδή του Ορφέα
και σε τραβήξει η νεανική του η θέα।

Στιγμές σιωπής και γαλήνης
στην ψυχή σου θ' απλώσω
και μ' ένα βέλος
την καρδιά θα καρφώσω,
μη και σε κλέψει η φύση του δάσους
και στερήσει από μένα τους ήχους του πάθους.

Μια ήρεμη νύχτα

Στης σελήνης το άρμα πετάνε χιλιάδες πουλιά,
ελπίδες θερμές στου χρόνου το πέρασμα।

Τα αστέρια που μπαίνουν στ' απλωμένα πανιά,
φωτίζουν γλυκά και διώχνουν το γέρασμα।

Γαλάζια τα όνειρα στα λευκά τα σεντόνια,
γαλάζιες πορείες στο δρόμο της ύπνωσης।

Σαν παιδάκια κρατάμε στα χέρια μπαλόνια,
με ουράνιο τόξο στο δρόμο της λύτρωσης।

Στης γαλήνης το νόμο υπακούουν τα άκρα μας,
κι οι ευχές για το μέλλον με φωνές παιδικές।

Εικόνες αθώες προσφέρουν χαρά μεσ' τα μάτια,
το φως της ημέρας θα τις κάνει σε μας φιλικές।

Παρασκευή 9 Δεκεμβρίου 2011

Αχ, μάνα!

Η Πηνελόπη κατάκειτη
με τα χέρια σταυρωμένα στο στήθος...

δεν μπορεί να κινήσει τα δάκτυλα
κι οι αράχνες κόβουν βόλτα
στον αργαλειό της...

ένας σκόρος της γελάει
πίσω από την τρύπα που' χει ανοίξει
στο υφαντό που έχει αφήσει...

ένα βλέμμα απροσδιόριστο, χαμένο
ευθεία μπροστά...
μία σκέψη χτυπάει τους τοίχους
και ζητάει μάταια να αγκαλιάσει το θάνατο
που περνάει από δίπλα, αλλά εντέχνως ξεφεύγει - ο άτιμος -...

κι ένα όνομα για όλους που βρίσκονται γύρω της
βγαίνει απ' το στόμα της :"Οδυσσέα!..."

κάπου κάπου ο Τηλέμαχος
πλησιάζει το μέτωπο στα χείλη της
κι ένα άπνοο φιλί ζωγραφίζεται πάνω του
που τον καίει όλη μέρα σαν λέει :
"αχ, μάνα!..."

Πέμπτη 8 Δεκεμβρίου 2011

Μάνα μου

Κείνη τη μέρα της φυγής
τα μάτια σου με πήραν,
μάνα μου, μάνα της ζωής
και μέσα σου με στείλαν!

Κι είδα τα χρόνια τα παλιά
στα χέρια σου να έχεις,
γλύκα να στάζουν τα μαλλιά
και βάλσαμο να τρέχεις!

Κείνη τη μέρα της φυγής
τα λόγια σου με 'πείσαν,
μάνα μου, μάνα της ζωής
και άνθρωπο μ' εντύσαν!

Μέσα σου

Μέσα στο αίμα σου έμαθα
κολύμπι των κυμάτων,
και μες τα σταρένια σου μαλλιά
κυνήγι των θαυμάτων।

Στην αγκαλιά σου ένιωσα
τη μυρωδιά των κρίνων,
και μες στ' ακροδάκτυλα
τ' ανέμισμα των φύλλων।

Στα μάτια σου εχόρτασα
την αίσθηση ενός δώρου,
μες το λαιμό σου φώλιασα
σα γλάρος του Βοσπόρου।

Μες τη γλυκιά σου την ψυχή
βρήκα την Αφροδίτη,
και μες σ' εκείνο το μυαλό
ένα χρυσό πλανήτη.

Τρίτη 6 Δεκεμβρίου 2011

Σαν κείνο της Ελένης!

Μέσ' το σκοτάδι βάλθηκες
να ψάχνεις την αγάπη,
χωρίς να θέλεις πιάστηκες
αιχμάλωτη σε λάθη...

Ώρες μπρος το παράθυρο
να δεις εκείνον μένεις,
όμως το πάθος σου άκαιρο
σαν κείνο της Ελένης!

Στ' όραμα που φαντάστηκες
σαν πέρασμα της σελήνης,
μικρή μου, πώς γελάστηκες,
αφού χαρά δε δίνει...

Χρόνια μέσα στο άπειρο,
εικόνες χίλιες δένεις,
σε ένα κούφιο όνειρο
σαν κείνο της Ελένης!

Σάββατο 3 Δεκεμβρίου 2011

Η Μούσα


















Στο πέρασμα της ματιάς
μεσ' απ' τις πευκοβελόνες
μεσ' τους αγέρες που πνέουν και πάνε
φτιάχνω εικόνες που έζησα
στο ταξίδι σαν βγήκα του ήλιου.

Και η Μούσα κοντά μου, πιστή
να προσφέρει στο νου μου
εμπνεύσεις χιλιάδες
να γεμίζω χαρτιά
να τα κάνω σημαίες
στις στροφές που γυρίζει ο ήχος
κι ομορφαίνει τη νύχτα.

Κάθε λέξη γαληνεύει το πνεύμα
χαλαρώνει το σώμα
και το κάνει να ανέχεται
το αγρίμι που ξυπνά
πίσω από τούτη την ένδυση.

Και μένα κι εσένα













Το φεγγάρι στάζει
το κίτρινο χρώμα του
και γεμίζει σιγά σιγά την πληρότητά του

Μ α η ψυχή μου στάζει
το κόκκινο χώμα της
και αδειάζει σιγά σιγά την κενότητά της.

Κι ενώ η σελήνη ζητάει
να φωτίσει τον κόσμο αδιάκριτα
η ψυχή μου ζητά
να κρατήσει κρυφό τον δικό της τον πόθο.

Απόψε που τ' όνειρο μας ταράζει και τους δύο
και μένα
κι εσένα, ουρανέ μου!

Χορός




Χορός...
Λέξη
παλιά, πολύ παλιά,
χωρίς κανείς να ξέρει την ακριβή προέλευσή της.
Λέξη
που ορίζεται στο χώρο και το χρόνο...

Στη μύηση των οπαδών του Διόνυσου,
Στη τρέλα της πανέμορφης Σαλώμης,
Στο θάρρος της γυναίκας του Ζαλόγγου!

Λέξη
που ορίζεται σ’ αυτό που σου προσφέρει !
Σε σέρνει, Σε τρελαίνει,
Σε κλέβει, και Σε στέλνει.
Σε περιβάλλει, Σε μαγεύει!

Λέξη
που δε μπορεί να λειτουργήσει σ’ ένα σώμα!
Σ’ αρπάζει απ’ το χέρι,
Στην αγκαλιά σε βάζει,
Στα μάτια σε καρφώνει!

Λέξη
με δυο ισχυρά φωνήεντα σε κάθε συλλαβή της,
που σαν ηχήσει
όλον τον κόσμο αλλάζει...

Στην άλλη όψη του κόσμου


















Η νύστα ανύπαρκτη
Αν και ο ύπνος έχει ώρες πολλές μακριά

Στη μοναξιά που φτιάχνω τριγύρω μου
Με φώτα σβηστά
Με κεριά αναμμένα
Με σκιές που αχνίζουν στου τοίχου το χρώμα
Με τους ήχους που χαϊδεύουν τ’ αυτιά μου
Με τον καπνό του τσιγάρου στο δικό του χορό

Βγαίνω με πατούσες γυμνές στο μπαλκόνι
Που η υγρασία έχει παγώσει

Κι απόψε

Ατενίζω το βάθος του σκότους
Που μεγαλώνει σαν το παίρνει η θάλασσα
Και το φτάνει απέναντι
Εκεί μακριά στη στεριά

Κοιτάζω επίμονα, ψάχνω καλά
Πίσω απ’ τις πόρτες
Να βρω να φορέσω ένα χαμόγελο
Ίσως αντέξω το κρύο
Που περονιάζει τα οστά μου από την αϋπνία

Σηκώνω τα χέρια
Γονατίζω και ρίχνω το βλέμμα ψηλά
Εκεί που βρίσκω λίγο φως
Κοντά σ’ ένα άστρο

Τεντώνω το λαιμό μέχρι να πονέσει η φλέβα του
Να χτυπήσει το αίμα στο στενό της σημείο
Κι ύστερα μαζεύομαι κουβάρι,
Το κεφάλι στα πόδια
Και τα χέρια γύρω από τα πόδια,
Το αυτί στην καρδιά
Για να ακούσει τη ζωή που μέσα κυλά,
Στην ζεστή ανάσα το στέρνο
Για να νιώσει την πνοή

Κι όλα αυτά τώρα,

Τώρα
Που μπορώ να λέω
Ότι βρίσκομαι στην άλλη όψη του κόσμου!

της ζωής μας το κείμενο

Τόσα χρόνια,
λέξη
να γράψω δεν έβγαινε,
να απλώσω τα ρούχα,
να στείλω σημάδι του πόνου...

Τώρα όμως,
η χαρά με οδηγεί να χαράξω,
η ζωή μού φωνάζει
να γεμίσω με χρώμα το λευκό το χαρτί....

Κι αυτό...
Γιατί εσύ αποτελείς τα γραμμένα,
κάθε σύμφωνο,
κάθε φωνήεν,
ακόμα και το κόμμα,
μα ποτέ την τελεία...

Αυτή είναι ο φόβος μου
και την κρατώ μακριά απ’ τις σειρές μου,
μην τυχόν και κλείσει της ζωή μας το κείμενο...

Αν με ρωτήσει ο Θεός

Αν με ρωτήσει ο Θεός ...

Έτσι απλά... θα πω...
εκείνη η υπέροχη ψυχή

με άφησε και γλίστρησα
μέσ’ τον δικό της κόσμο

με άφησε και λούφαξα
μέσ’ τη δική της αγκαλιά

με άφησε και κοιμήθηκα
μέσ’ το δικό της ύπνο

με άφησε και πλανήθηκα
μέσ’ το δικό της όνειρο

με άφησε και λυτρώθηκα
μέσ’ το δικό της σώμα.!

Έτσι απλά...
...θα πω...
μου χάρισε μια στιγμή και μια ζωή μαζί!

το όνειρο

Ξέρεις, τι θά’θελα αυτή τη στιγμή;
Ένα δίπλό στρώμα.
Κι αυτό στο πάτωμα!
Χωρίς σεντόνια...
Δίπλα μου ένα κοντό τραπεζάκι
και πάνω του ένα αναμμένο κερί...

Εγώ κι εσύ,
μέσα σε ζεστές πυζάμες,
με διπλωμένα τα χέρια ανάμεσα στα πόδια μας
και μια διακριτική δόση μουσικής
– μόνο για μένα και για σένα!

Μάτια κλειστά,
ανοικτό μυαλό
και λίγες εικόνες στους τοίχους
– είναι υπέροχο να φτιάχνεις εικόνες...

Μια βότκα κρύα σε ένα μικρό φαρδύ ποτήρι
και το όνειρο να αρχίζει...

μερικές φορές σκέφτομαι και λέω ότι έχω χάσει πολλά.
Ίσως όμως νά έχω κερδίσει άλλα τόσα πολλά!

Έτσι φεύγω μακριά,
πολύ μακριά και ζω μαζί σου αλλιώς...
κι ας με βασανίζει λίγο,
κι ας με παιδεύει
κι ας με εξουσιάζει!

Πώς μ’ αρέσει να με ζεις,
πόσο μ’ αρέσει!

Ένα τσιγάρο στο σκοτάδι με υπνωτίζει
Και μια σκιά στον τοίχο μου χαρίζει...
Το όνειρο!

Ήρθες

Σαν όνειρο ήρθες,
Εκεί που στρίβει ο δρόμος της ψυχής μου
Και συναντάει το κάλεσμα της Μούσας
Που ακτινοβολεί στον ορίζοντα ντυμένη με ρόδα...

Η νύχτα ήρεμη, ιδανική
Κι ας τη σχίζει ο ήχος της αλυσίδας
Που κρατάει τη δίνη του πάθους...

Ένας σπινθήρας σου αρκεί
Να φωτίσει το σκοτάδι
Να στροβιλίσει τη θάλασσα
Να ξεσηκώσει την αλμύρα
Να ποτίσει τα χείλη λίγο αλάτι
Να σβήσει τη δίψα του κορμιού
Να συντρίψει το φόβο...

Και σαν πυροτέχνημα να βγει τσάρκα στον ουρανό
Να λάμψει για τόσο...
Όσο χρειάζεται,
Για να φτάσει το άστρο
Που είναι έτοιμο να πέσει
Και να δημιουργήσει μια ευχή
Στον κύκλο που κλείνει μέσα του
Τις πιο κρυφές ακτίνες!

Μόνο όταν

Η ζωή
Έχασε τη γλυκιά της τη γεύση
Και το μυαλό πια
Έπιασε πάτο.

Όλα
Έχουν πάρει το δρόμο τους
μα η πορεία
θα είναι υπέροχη
μόνο...
Όταν θα τη χαρακτηρίζει η ασφάλεια.

Η ψυχή
Ούρλιαξε στην οργή της
Και τα μάτια πια
Έξω απ’ τα όρια.

Όλα
κοιτάζουν το στόχο τους
μα η νέα αρχή
θα είναι εξαίσια
μόνο...
Όταν θα τη χαρακτηρίζει η αξιοπρέπεια.

Το μυαλό
γέμισε με σκοτωμένο αίμα
Και το χέρι πια
σταθερά Απλωμένο.

Όλα
έχουν δικαίωμα για αίσια έκβαση
μα ο κόσμος μας
θα λάμψει
μόνο...
Όταν θα τον χαρακτηρίζει η αλήθεια.

Η πορεία

Στη σκιά του φεγγαριού
Κρυβόταν η χαρά του।
Κάτω από τη σκοτεινή συκιά
Ήταν βαριά η ψυχή του।

Χαλούσε ο κόσμος Χρόνια πριν...
Από το φοβερό κυνήγι του
Μέσα στον κήπο το μοιραίο।

Μάταια όπως προσπαθούσε να σταματήσει...
Βουβές ματιές,
Σαν γύριζε από τον τρύγο
Της βάρδιας της δροσερής
- μετά από κάθε του βροχή - τον σκότιζαν τόσο πολύ
που πάλι στο αμπέλι ξαναγύριζε.

Κι έτσι Στον κήπο έμενε
Περιτριγυρισμένο
Από χιλιάδες μάτια....
Αλλήθωρα βλέμματα
Κατασκευασμένα Από παλιά εξαρτήματα।


Σ' ένα θέατρο Κωμωδία μαζί και δράμα...
Κι αυτό
Πρόσωπο κουκλίστικο
Μέσ’ τη μεγάλη την παράσταση του τσίρκου।

Κλόουν
Που έκανε πολλά για να γελούν οι άλλοι
και να χειροκροτούν τ’ αστείο νούμερο της πίστας...
μα πού’ χε
πάντα στο μάγουλο ζωγραφισμένο ένα ζεστό δάκρυ.

Και από κει έψαχνε πάντοτε
Τον καθαρό ουρανό

Μα πάντα...
Μια μπόρα μεγάλη, φοβερή ξέσπαγε
τη στιγμή που στο γλυκό το πρωινό
άκουγε το κάλεσμα του βασιλιά της καθαρής αυλής.

Κι έτσι έμενε πίσω...

Η ζωή του
Κοπέλα νέα, λυγερή
Με κουρασμένα όμως
Τ’ άκρα του κορμιού της
παρ' όλη τη φρεσκάδα του προσώπου της।

Και μαζί με τ’ άκρα του
Ήτανε και τα μάτια του...
Κουρασμένα
στο θέαμα των γλάρων που βουτούσαν
μέσα στη θάλασσα που απλωνόταν άγνωστη
κι απέραντη - η πολυπόθητη -
δίπλα στο μαντρότοιχο του κήπου.

Και πάντα εκείνη τη στιγμή
Στο κοίταγμα της θάλασσας
ήθελε να ξεφύγει από την αλυσίδα
που η μοίρα μέσα της το έβαλε,
σαν έναν κρίκο κατάλληλο ζεστό για το ξεχειμώνιασμα των άλλων κρίκων.

Κι έτσι έμενε πίσω...
Χελιδόνι πληγωμένο στη μια του τη φτερούγα,
αδύναμο να ξεκινήσει οποιοδήποτε ταξίδι
προς τη ζεστή Αφρική.

Χειμώνα καλοκαίρι
Η φωνή του μακρινή από τις άλλες...
τα χέρια του τα λόγια του
καθημερινά του τόνιζαν τα πάντα.

Και πόσο δύσκολα
Στεκότανε στα πόδια του
Και πόσο δύσκολα...

Επιβίωνε ανάμεσα στους κόκκινους
Μεγάλους προβολείς που τον τύφλωναν.

Και πόση ήταν
Η λύπη του...
όταν ρωγμές μεγάλες άνοιγαν στην παγωμένη λίμνη
κι έξω πετούσανε τα ψάρια της
και σε πουλιά γίνονταν στην ανοιχτή αγκαλιά του ουρανού.

Το τρέξιμο της δόλιας μοίρας
Ήταν συνεχές
Στο μονοπάτι του
Καθώς...
Του πρόσφερε
Ξερή τροφή,
Γευστική στα χείλη
Πικρή στην καρδιά.

Παρόλα αυτά
Περίμενε....
Λύτρωση
Από το αθάνατο νερό του ποταμού
και τα χειροκροτήματα της απλωμένης θάλασσας.

Κι ο χρόνος δεν τον γέλασε!
Κάποτε την έφερε!
Κι αυτό τη φώναξε κοντά του!
Και κείνη κοντά του έμεινε!

Τού’ δωσε δύναμη πολλή κι...
Έτσι κατάλαβε
Το αίμα
Που είχανε
Τα κουρασμένα μάτια του
Τα μουδιασμένα χέρια του
Που ποτέ
Όμως δεν ήθελαν
Να ξεχαστούν στον ύπνο।


Η κοινωνία όμως ταράχτηκε
Βλέποντας τα σύννεφα να φεύγουν
Και να υποχωρούν
Στον ερχομό του ήλιου
Σαν έβλεπαν πια καθαρά
τη φωτεινή του σκέψη
Μέσ’ την ψυχρότητα του κήπου :

«Θέλω να ζήσω!!!»

Η έκπτωση





Έμαθε ο βασιλεύς
την έκπτωσή του
Και πέταξε το στέμμα του
στο πορφυρό χαλί
- η φλόγα του κεριού ανατρίχιασε για λίγο -

Εκείνος ατάραχος
στο πέσιμό του
Μα τα παράθυρα άλλαξαν
το χρώμα στις κουρτίνες
- το πράσινο έγινε κίτρινο βαθύ -

Περπάτησε μέσα στην κάμαρα
σκοτεινιασμένος
Μια νυχτερίδα χτυπιότανε
στους τοίχους
- παράξενο, έχασε τον προσανατολισμό της -

Ο μανδύας σερνόταν
στο παγωμένο δάπεδο
Σάρωνε ώρα πολύ το χρόνο
που’ χε περάσει
- σωρός βαρύς κι ασήκωτος -

Τα χέρια δίπλωσαν
τους δυο τους ώμους
και σταύρωσαν
την άμοιρη καρδιά του
- το αίμα σταμάτησε στο σταύρωμα των δυο δοκών -

Βούτηξε το δακτυλίδι στο κερί,
καυτό όπως ήταν
Και σφράγισε
την κάσα τη μεγάλη
- μέσα τα ρούχα με τ’ ανοιχτό το χρώμα -

Βγήκε απ’ την πόρτα
κι έστριψε στη γωνιά
Μια γάτα κλαμένη
τον πήρε από πίσω, αθόρυβα
- το δάκρυ ίσως να αρκούσε -

Κατέβηκε για πρώτη
και τελευταία φορά
Τα σκαλοπάτια
του ανακτόρου του
- ο αριθμός τους ζυγός όπως τα χρόνια -

Του κάστρου την πύλη
διάβηκε πάνω απ’ την τάφρο
Και σκούπισε τον ιδρώτα
από το μέτωπο
- ο κίνδυνος του μαχαιριού έμεινε μέσα -

Στάθηκε, στέριωσε
καλά το βήμα
Στήριξε την κεφαλή
σωστά στο σώμα
- μία στροφή κι η αστραπή φάνηκε στον ορίζοντα -

Μερικά βήματα πίσω
μέχρι την αρχή του δάσους
Λίγα μαλλιά εχόρεψαν
μπροστά στα μάτια
- έγινε πια σκιά και με τα δέντρα ένα - .

Γιατί τόση αγάπη;

Σήμερα
Μου έκαναν τη χάρη
και με πήρανε μαζί τους.
Σήμερα
Με κοίταξαν στα μάτια
και με χτύπησαν στην πλάτη.
Σήμερα
Μου δώσανε κουβέντα
και μού’ πιασαν το χέρι.
Σήμερα
Μου κένωσαν φαΐ στο πιάτο
και στο ποτήρι μου κρασί.
Σήμερα
Με φίλησαν στο μάγουλο
και την καρδιά μου έκαψαν.
Σήμερα
Μ’ έκαναν να γελάσω
και τη χαρά μου έκαναν δώρο.
Σήμερα
Μου έδωσαν αγάπη
Και με φωνάξαν φίλο!

Γιατί τόση αγάπη;
Λέτε να τους φοβίζει κάτι;

Τριδιάστατη σκέψη

~ πρώτα τα κεφαλαία, μετά τα πεζά και τέλος όλα μαζί!


ΑΡΓΟ ΤΟ ΒΗΜΑ ΣΤΟ ΝΩΠΟ ΧΩΜΑ ΠΟΥ

ένα νήμα ραμμένο στα δάκτυλα
με την άκρη του τυλιγμένη στον αντίχειρα

ΨΑΧΝΕΙ ΝΑ ΒΡΕΙ ΤΗΝ ΠΗΓΗ ΤΟΥ ΝΕΡΟΥ ΚΑΙ

δείχνει το δρόμο στη λευκή σάρκα
του παιδικού κορμιού

ΠΟΥ ΣΑΝ ΑΓΓΙΖΕΙ ΤΑ ΚΟΚΚΙΝΑ ΡΟΔΑ

και ταλανίζει το αγαθό μυαλό
της ταπεινής φύσης

ΜΕΝΕΙ ΠΙΣΤΟ ΣΤΟ ΧΡΩΜΑ ΤΟΥΣ!

Με έμφαση

Τρέχεις...
Τρέχεις για να προλάβεις...
Να προλάβεις ό,τι χάθηκε...
Ότι χάθηκε στη ζωή σου...
Στη ζωή σου που ζητά ισορροπίες...
Ισορροπίες κι ας ταλαντεύεται...
Κι ας ταλαντεύεται ανάμεσα στην ελευθερία και τη δέσμευση...
Τη δέσμευση από τον ίδιο σου τον εαυτό...
Από τον ίδιο σου τον εαυτό για τον εαυτό σου...
Τον εαυτό σου τον παράδοξο...
Τον παράδοξο;

Ίσως ναι!

Εκεί που ο κόσμος χάνεται μαζί με τη γνώμη του...
Τη γνώμη του που αντικρούεις...
Που αντικρούεις και με ευγένεια και με διακριτικότητα...
Με διακριτικότητα ζητάς να φτιάξεις τη δική σου ζωή...
Τη δική σου ζωή με το δικό σου το χέρι...
Το χέρι που χαράζει το θωλό τζάμι...
Το θωλό τζάμι που σε προστατεύει...
Σε προστατεύει;

Νεολογίζω προκλητικώς

Μόλις μπήκα...
Και μόλις βούρκωσα...

Αδύνατον να δεχτώ αυτό που λέγεται, όπως λέγεται.

Χάνω τη μορφή των λέξεων,
βρίσκω όμως το περιεχόμενό τους.

Νεολογίζω προκλητικώς...

Χορός κλειδιών και φθόγγων στο αόρατο πεντάγραμμο του δωματίου,
Λίγη θεωρία του Μαρτινέ στη σχέση του εκφωνήματος στο μονό μου κρεβάτι

Και ξανά προς τα πίσω τραβά...
κι η δόξα μένει
εκεί που δεν την άγγιξε κανείς
τόσα χρόνια ακούραστα υπομονετικά!

Συνεχίζω και μπαίνω...
Και ξαναβουρκώνω...

Η ροή των λυρικών μου νερών μακριά νυχτώνεται.

Νεολογίζω προκλητικώς...

Σήμερα γιορτάζει η ευαισθησία μου,
Σήμερα γιορτάζει η λεπτότητά μου,
Σήμερα γιορτάζω ολόκληρος...

Κι όλο μπαίνω...
Κι όλο βουρκώνω...

Και μια σκιά μού χτυπάει το τζάμι.

Νεολογίζω προκλητικώς...

Είμαι μια μηχανή νεολογισμών,
γεμάτων ασημία για εκείνους,
γεμάτων πολυσημία για μένα

Η εξερεύνηση




Μέσ’ το σκοτάδι
και τις βροντές
που βίαια βγαίνουν στον ουρανό
περνώ πεζός
και με τα πόδια μου γυμνά,
για να γνωρίσω την πατρίδα...

ξεκινώ απ’ την πλατιά κοιλάδα
με τα ποτάμια της – γεμάτα νερό –
γύρω τους άφθονα οπωροφόρα
πολύχρωμοι και οι καρποί τους
η γεύση τους υπέροχη...

πηδώ από κάθε θεϊκή κορυφή
σε μια άλλη
και αντικρίζω τον αέρα της έκφρασης...

βουτώ τότε στις πηγές των Μουσών,
για να κοιτάξω
τα αισθήματα και τις κρυφές τις σκέψεις...

βαδίζω σαν ακροβάτης
στα λεπτά μονοπάτια
που οδηγούν στο δρόμο των επιθυμιών...

ζητώ να δω την κίνηση
σε κάθε σταθμό μου σ’ αυτά...

και από εκεί πετώ, πετώ
και φτάνω στην απλωμένη θάλασσα,
εκεί που η κόκκινη άμμος
κινούμενη και με ψυχή
γυρνάει στην πηγή της!

Νανούρισμα


(Στο γιο)

Μικρό μου αγόρι,
Γλυκό μου παιδί,
Τα μάτια σου κλείσε
Πριν σε’ βρει η αυγή.

Το χέρι σου δώσ’ μου,
Να βγούμε σεργιάνι,
Τ’ αστέρια να δούμε
Πριν βγει το φεγγάρι.

Γλυκιά μου καρδούλα,
Μικρή μου κουκλί,
Στον κόσμο που ήρθες
Θα βγούμε μαζί.

Το γέλιο σου δώσ’ μου,
Να λάμψει η νυχτιά,
Ο φόβος να φύγει,
Να’ ρθει η σιγαλιά.

Μικρό μου αγόρι,
Χρυσέ βασιλιά,
Στο σπίτι μας μπήκες
Εσύ κι η χαρά.

Το χάδι σου δώσ’ μου,
Να βγω στη βροχή,
Η νύχτα να φύγει
Κι ο ήλιος να βγει.

Φλουρί τυχερό μου,
Μικρό μου μωρό,
Σε σένα χρωστάω
Το λόγο που ζω.

Το κλάμα

όταν ο άνθρωπος γεννιέται
τον συνοδεύει το δικό του κλάμα
κλάμα χαράς και φόβου

κι όταν πεθαίνει μόνος του δε φεύγει
τον συντροφεύει το κλάμα των συνανθρώπων
μέσα στο ίδιο κλάμα...
κλάμα χαράς και φόβου

Μίμησις πράξεως



(Στη Βιβή)

παίρνεις στα χέρια του λίγο απ' το χώμα
φτιάχνεις μ' αυτό ανθρώπινο σώμα

και στάζεις πάνω του λίγο νερό
να είναι όμορφο, ακμαίο, γερό.

ανοίγεις τα χέρια στο έμψυχο σώμα
νιώθεις το αίμα του να αλλάζει το χρώμα

σαν το δροσίζει το φρέσκο νερό
και είναι πια όμορφο, ακμαίο, γερό.

αγγίζεις το δέρμα και δίνεις ζωή
φυσάς λίγο πνεύμα, φυτεύεις πνοή

γλυκό χαμόγελο στα χείλη χαράζεις
χαρά και λύπη στην καρδιά του μοιράζει.

νιώθεις το δέρμα του που παίρνει ζωή
στο πνεύμα ο αγέρας με άλλη ροή

στα μάτια, στα χείλη η όψη αλλάζει
χαρά και λύπη στον κόσμο μοιράζει.

.......

πλάστης και πλάσμα στην ίδια σκηνή
πομπός και δέκτης στην ίδια γραμμή

καθώς η μίμηση ενώνει τα δύο κορμιά
κι η ψυχή τους ολόιδια με καινούρια φτερά...

Με καλόν οιωνό

Για μια στιγμή ονείρου φορώ τα καλά μου
Με καλό οιωνό φουσκώνω τα λευκά τα πανιά μου.

Σε ταξίδι φωτεινό γυρίζω την πιστή μου πυξίδα
Κι ένα αστέρι μ’ οδηγεί με τη χρυσή του αχτίδα.

Δε μιλώ για αυτά που μου φέρνουνε λύπη
Τα αφήνω να χαθούν στης ψυχής μου τη λήθη.

Τώρα θέλω μοναχά να πετάξω λίγο για μένα
Ν’ ανεβώ στα ουράνια, να φορέσω της ζωής μου το στέμμα.

Με εμμονή στο λίγο

Το λίγο για κάποιους
είναι απλώς λίγο
και τίποτα παρακάτω….

Το λίγο για άλλους
είναι ένα τίποτα
και κάτι πιο λίγο….

Το λίγο όμως των κάποιων για άλλους
είναι πολύ
και καθόλου λιγότερο….

Το λίγο τώρα των άλλων για κάποιους άλλους
είναι απλά ένα κάτι
και κάτι παραπάνω…

Τέλος πάντων!

Το λίγο είναι λίγο.
Όταν όμως το λίγο είναι και ΚΑΤΙ,
δεν είναι λίγο,
αφού μπορούμε να το κάνουμε να φαίνεται πολύ!

Λίγο πριν ξημερώσει

Ο δρόμος μου έφτασε
λίγο πριν ξημερώσει
Σε κάποια χαλάσματα της πόλης
που εν τέλει εμίσησα.

Ένα αμάξι με φώτα σβησμένα
λίγο πριν ξημερώσει
Σε κάποια γωνιά του έρημου δρόμου
που εν τέλει αρνήθηκα.

Πώς μυρίζει η μούχλα
Στα σχισμένα τους ρούχα!

Γυρίζει το βήμα και πατάει
λίγο πριν ξημερώσει
Τους πανσέδες της άδειας πλατείας
που εν τέλει βαρέθηκα.

Ένα άσπρο μαντήλι χορεύει
λίγο πριν ξημερώσει
Σε κάποιο τραπέζι ενός καφενείου
που εν τέλει αγνόησα.

Πώς μυρίζει η ανάσα
Στα ξένα τους χνώτα!

Μπαμπά, θέλω να πεθάνεις!

(Στο Σπύρο)

- μπαμπά!!
- έλα, τι θέλεις;
- έρχεσαι λίγο εδώ;
......
- έλα, αγόρι μου, πες μου.
- μπαμπά, θέλω να πεθάνεις....
- να πεθάνω; γιατί;
- θέλω να παντρευτώ τη μαμά μου!
- και γιατί να πεθάνω; αν θες τόσο πολύ να παντρευτείς τη μαμά σου, μπορούμε να πάρουμε διαζύγιο και να την παντρευτείς.
- όχι, δε θέλω να πάρετε διαζύγιο...
γιατί. αν πάρετε διαζύγιο, θα παντρευτείς κι εσύ άλλη μαμά και δε θέλω.
- άρα πρέπει να πεθάνω.
- ναι, αλλά όχι τώρα. τώρα είμαι πολύ μικρός και τον θέλω τον μπαμπά μου.
- εντάξει, αγόρι μου, κοιμήσου τώρα, αύριο έχουμε σχολείο.
- μπαμπά;
- έλα, άντρα μου!
- δε θέλω να πεθάνεις! τελικά δε θα παντρευτώ τη μαμά, αλλά τη Δώρα που με φίλησε στο διάλειμμα.
- είναι όμορφη;
- έχει μαλλιά σαν της μαμάς.
- καληνύχτα, Σπύρο μου! να κλείσω το φως;
- όχι!!!
- γιατί;... φοβάσαι;
- λίγο... είμαι μικρούλης ακόμη!!
- κοιμήσου... (του μουρμούρησα στον κρόταφό του το υπνωτικό του).... καληνύχτα, αγόρι μου!

Η πιο όμορφη μέρα μου

(Στο Γιώργο)

- μπαμπά, ποια είναι η πιο όμορφη μέρα σου;
- η Κυριακή
- γιατί;
- γιατί δε δουλεύω και είμαι μαζί σου. εσένα, ποια είναι η πιο όμορφη μέρα σου;
- η πιο όμορφη μέρα μου είναι η Παρασκευή
- γιατί η παρασκευή και όχι η Κυριακή;
- γιατί την παρασκευή έρχεσαι εσύ, ενώ την Κυριακή φεύγεις..... Α! μερικές φορές μου αρέσει και η Πέμπτη

την επόμενη εβδομάδα κανόνισα οι άδειες της χρονιάς να είναι όλες Παρασκευή....

Τρίτη 29 Νοεμβρίου 2011

Παράλειψη




Έχτισα σπίτι δίπατο
Για των ονείρων μου την κάλυψη
Κι είδα στου τέλους την αρχή

Μια τρομερή παράλειψη.

Είχα δωμάτια πολλά
Για όλων των πόθων την κατάληξη
Μα στου διαδρόμου την αρχή

Μια τρομερή παράλειψη.

Είχα στους τοίχους ζωγραφιές
Για των ματιών μου την ανάληψη
Μα στης κάτω σάλας τις γωνιές

Μια τρομερή παράλειψη.

Έχτισα σπίτι δίπατο
Για του μυαλού μου την κατάληψη
Μα δίχως πόρτα και παράθυρα,

Τι τρομερή παράλειψη!

Δευτέρα 28 Νοεμβρίου 2011

Θα σου χαρίσω

Θα σου χαρίσω μια σπηλιά...
να μπεις εκεί να γαληνέψεις,
μια μπλούζα μου χωρίς κουμπιά
να την φοράς και να με έχεις.

Μία ματιά θα δώσω στην ματιά σου...
να' χεις το βράδυ συντροφιά σου,
κι ένα χαρτάκι με δυο λέξεις
να τις διαβάζεις και να τρέχεις.

Θα σου χαρίσω μία σφαίρα...
να μπεις, να μάθεις ν' αγαπάς,
το αίμα μου νερό σου κάθε μέρα
να πίνεις και να ξεδιψάς.

Μια αγκαλιά στην αγκαλιά σου...
να'χεις το βράδυ συντροφιά σου,
και μια κασέτα με δυο νότες
να τις ακούς, ν'αλλάζεις ρότες.

Θα σου χαρίσω μία πόρτα...
να μπεις, να πάρεις ό,τι θέλεις,
το νου μου, να σε πάει βόλτα
να δεις τον κόσμο, όπως τον μέλλεις.

Μία καρδιά μες την καρδιά σου...
να'χεις το βράδυ συντροφιά σου,
και ένα όραμα για μια ζωή
που θα'μαστε πάντα μαζί!

Α.....Ω

Ανάλαφρα
Βουτά,
Γεμάτος
Δακτυλίδια,
Ελπίζει,
Ζητά
Ηδονικά
Θροῑσματα,
Ίσια
Κοιτάζει,
Λουλούδια
Μαζεύει,
Να
Ξανανοίξει
Ο
Πράσινος
Ροδώνας,
Σαν
Τα
Ύψιστα
Φωνήματα
Χαρίζουν
Ψιθύρους
Ώμορφους.

Αναδύεται
Βίαια,
Γυμνός
Διδαγμάτων,
Επικίνδυνο
Ζύγωμα
Ηβικών
Θυμάτων
Ικετεύοντας
Και
Λαλήματα
Μοντέρνων
Νόμων,
Ξενχά
Ό τι
Περπάτησε
Ροδοπατώντας,
Σίγουρος
Τρέχει,
Υπολογίζοντας
Φώτα
Χρυσά,
Ψεύτικες
Ώρες.

Αντάρα
Βαδίζει,
Γιατί
Διαλύουν
Εχθρικοί
Ζευγολάτες
Ηλιακά
Θέλγητρα,
Ισκιάζουν
Κατάβαθα
Λινάρια,
Μελίσσια
Νεκρώνουν,
Ξεραίνουν
Όρη,
Πευκώνες
Ρημάζουν
Στο
Τέλεμα
Ύμνων
Φιλικών
Χωρίς
Ψυχές
Ωραίες.

Αλόγιστα
Βακχεύεται,
Γυρνά
Διπλά,
Εκλιπαρεί
Ζεστή
Ηδονή,
Θλιμμένος
Ικέτης
Καρδιάς
Λιονταρίσιας,
Με
Νερά
Ξανά,
Όπως
Παλιά,
Ραντίζει
Στρώματα,
Τραγουδάει
Υμέναιους,
Φιλάει
Χείλη,
Ψελίζει
Ωδές.

Π...... Α..... Ζ.. Λ....

Πέρασαν
Άνεμος
Γοργής
Ερημιάς,
Ρυάκια
Επιθανάτιων
Στεγνών

Αχτίδων,
Νεκρά
Άτομα
Στασίμων
Εκδαρμένων
Σωμάτων.

Ζωντάνεψαν
Ώριμες
Ημέρες,

Λαμπρές
Ευχάριστες
Πορείες
Ρυθμικών
Ονειρικών
Υποσχέσεων.

Όλα στη μέση

Όλα στη μέση...
όλα στα δύο...
όλα, όπως πάντα... χαμένα...
στα δύο το πρόσωπο...
ένα μάτι από' δω
ένα μάτι απ' την άλλη...

και ο χρόνος γυμνός να κοιτάζει.

Τι του αρέσει να βλέπει...
σαν τσακίζεται ο νους απ' τη μια...
σαν σκορπάει το αίμα απ' την άλλη;

και μια έγνοια
που χάνει το δρόμο...
απ' τη μια κι απ' την άλλη.

Όλα στη μέση...
κι απ' τη μια κι απ' την άλλη...
και στη μέση μια δύναμη ισχνή!

Στης ανάγκης το κάλεσμα





Μια φωνή...
μια ανάσα...
μια ματιά...
ένα άγγιγμα...

τι πιο πολύτιμο άραγε,
που να μπορεί να σταθεί στης ανάγκης το κάλεσμα;

... είναι το ωραίο που γεμίζει τον νου
... είναι το υπέροχο που δροσίζει την όψη
... είναι το αληθινό που λυτρώνει το πνεύμα
... είναι το γλυκό που χορταίνει το "εγώ"

και το κάνει να μην τρέμει το χέρι του
να μην κλαίει κι ας είναι σκοτάδι τριγύρω.

Το όνειρο πια... μια καταχνιά...





Πάνω στην κόψη ενός ονείρου
το άπειρο γίνεται προέκτασή του
δύο μάτια με μια ματιά μου γνέφουν
και τρέφουν το άγουρο μυαλό
που βρέθηκε μπροστά μου.

Τα χέρια απλώνονται
θέλουν να αγγίξουν
να τραβήξουν κοντά το άπειρο
στην αγκαλιά να κλείσουν
με λόγια πλάνα να πνίξουν.

Απ'το στόμα
μέλι στάζει στο γυμνό μου το σώμα
που λουφάζει και ουρλιάζει
σαν η κόψη του ονείρου
περνά και το λαιμό μου ξυρίξει.

Τα μάτια περνάνε απ'την άλλη
τα χέρια τον αέρα διπλώνουν
σβήνουν τα αστέρια
και τα λόγια σκορπίζουν
πάνω στο μέλι που πήζει.

Το όνειρο πια... μια καταχνιά...

Τετάρτη 19 Οκτωβρίου 2011

Η σύναξη των δυνατών


Και η βροντή ακούστηκε
διπλά αντιλαλούσα
Όλων το αίμα πάγωσε
τ'αυτιά τους 'γίναν ρούσα.

Από τους δρόμους έτρεξαν
όλοι αμέσως να'ρθουν
Κι όμως στο κεφαλόσκαλο
δεν ήθελαν να φθάνουν.

Ανοίγουν χώρο οι ταπεινοί
και οι μικροί αστέρες
Για να περάσουν οι χρυσοί
πλανήτες με τις βέρες.

Στου φιάσκου όμως τη σύναξη
εβρέθηκαν με μίας
Θεοί ημίθεοι πολλοί
και στο κεφάλι ο Δίας.

Και άρχισαν τα θέματα
της ημερήσιας στάσης
Καλά κλεισμένοι στο μαντρί
της ανωτέρας τάξης.

Με τις θεές απούσες μεν
μα η Πουτανιά παρούσα
Μεσ' το δικό τους το μυαλό
εφάνταζε μιλούσα.

Και ο πατέρας των θεών
πού'χε τον πρώτο λόγο
μιλούσε για την ταραχή
που βρήκε όλο τον κόσμο.

Ότι οι θνητοί εξύπνησαν
θέλουν την αμβροσία
Να πιουν το νέκταρ το γλυκό
που φέρνει αθανασία.

Ότι αυτός κι άλλοι θεοί
πρέπει να καθαρίσουν
Και τους αυθάδεις άνθρωπους
όλους να τους λιανίσουν.

Κι ο 'γωϊσμός προξένησε
την τύφλωση των άλλων
που κάθονταν εκεί κοντά
των φαντασμένων κάλων.

Μετά μιλά ο Ποσειδών
πιο γόης από όλους
Κάθεται πάντα εκεί μπροστά
και βάζει όλο νόμους.

Χτυπά την τρίαινα στη γη
σαν λέαινα φωνάζει
Μα στον καθρέφτη δεν μπορεί
τη γάτα να θαυμάζει.

Στέκεται ωστόσο στο πλευρό
του βασιλιά του λάθους
Μήπως μερίδιο δεχθεί
στην κατοχή του πάθους.

Και ο Ερμής αδιάφορος
μονάχα υφοράει
Κι όταν η ώρα έρχεται
τους πάντες μαρτυράει.

Και χαίρεται σαν στέκεται
σε μια πλευρά και βλέπει
Το βάσανα εις τον θνητό
ο Άναξ του σαν τρέπει.

Απέναντι ο Ήφαιστος
μονάχος του γελάει
Του φτερωτού του φίλου του
χατίρι δε χαλάει.

Το μόνο που γνωρίζει πια
είναι να κυνηγάει
Και τον θνητό συνέχεια
γι' αυτόνε να μαδάει.

Κι ο κεραυνός πετάχτηκε
και χτύπησε τον Πρώτον
Τον φίλο όλων των θνητών
'πως φαίνεται ανθρώπων.

Και δε θυμούνται οι άτιμοι
κηφήνες πως γινήκαν
Ρουφώντας αίμα πάναγνο
στο χρήμα επνιγήκαν.

Μα όταν τελειώνει το κρασί
φωνάζουν τρυγητάδες
Της γης ετούτης της φτωχής
του άξιους δουλευτάδες

Της τόσο όμως ώριμης
μεστής και ανωτέρας
Της άλλης της αέρινης
πλάσης πιο κατωτέρας

Των παγερών των χώρων τους
κρανίων ανουσίων
Των πετραδιών του ψεύδους τους
σωμάτων ανοστίων

Να σώσουν εκείνοι το κενό
να κλείσουνε τις τρύπες
Πάλι κρασί να βρουν καλό
να διώξουνε τις λύπες.

Τι τρομερή απόγνωση
σ' ημίθεους και άλλους
Μα και τι λύπηση γι'αυτούς
τους φαντασμένους κάλους.

Πέμπτη 20 Ιανουαρίου 2011

Ο εφιάλτης της Ελλάδας






(Απόσπασμα από το θεατρικό μου έργο "Λυσικράτη")

ΕΛΛΑΔΑ

Γυναίκες, εμέ τη δύστυχη
οι άντρες καταστρέψαν
Πάνε τα βοσκοτόπια μου
όλα τα κατασχέσαν.

Τα μοίρασαν, τα χάρισαν;
Κανείς δε το γνωρίζει.
Μου έκλεψαν το γάλα μου
και μου’μεινε το ρύζι.

Βάλαν το χέρι τους βαθιά
κλέψαν τα μπικικίνια
Κι άφησαν κόσμο και ντουνιά
να τους εδέρνει η γκίνια.

Πήγε ο μικρός κι έκλεισε
τα πάντα με την Κόσκο
Όμως κανείς δε μέτρησε
πως θα στοιχίσει τόσο!

Βγήκαν οι άντρες παγανιά
κλέψανε τα ταμεία.
Σε μένανε την άμοιρη
δεν έμεινε ούτε μία!

Κι ο Xοντρός, κορίτσια μου
μάλλον τα έχει πιάσει
Κι από το μπόλικο φαί
το νου του έχει χάσει.

Βγαίνει και λέει ευθαρσώς
μεγάλες μαλακίες
Πως τα λαμόγια κι ο λαός
κάνανε συνεργίες.

Πως τα λεφτά τα έφαγε
ο δόλιος ο κοσμάκης
Κι όλα αυτά πως στη σειρά
θα βάλει ο Γιωργάκης.

Υπάρχουν νομοσχέδια
για να ευτυχούνε όλοι!
Όμως σαν γίνει εφαρμογή
μένουν γυμνοί οι κώλοι.

Την εργατιά φροντίζουνε
μα οι άνεργοι πληθαίνουν
Αυξήσεις λένε δίνουνε
τη σύνταξη μαραίνουν.

Τη μια τη μέρα επίδομα
δίνουνε στη γριούλα
Μα ο γέρος δίχως το Καπή
δεν έχει εκδρομούλα!

Του μισθωτού του κόψανε
μεγάλο κουστουμάκι
Και του αφήσανε γυμνό
όλο το κωλαράκι!

Βάλαν παντού ταμειακές
να πιάσουν τα λαμόγια
Όμως απ’ ότι φαίνεται
θα μείνουνε στα λόγια.

Πάει το δώρο χάθηκε
λαμπάδα δε θ’ ανάψω,
το δέκατο τέταρτο μισθό
σίγουρα θα τον κλάψω!

Όσο κι αν είπε κι ο Τζωρτζής
πως όλα θα ισιώσουν,
Όλο βλακείες κάνουνε,
όλοι τους να μη σώσουν!

Πήγε σ’ Ευρώπη, Αμερική
να βρει εκεί συμμάχους
Μα έπεσε και τσακίστηκε
σε χίλιους δύο βράχους.

Ο ένας κουράγιο φχήθηκε
ο άλλος είπε ζήτω
Όμως εγώ φιλότιμο
σ’αυτούς τους δυο δε βρίσκω.

Στο τέλος εσυμφώνησαν
η Μέρκελ και ο Σαρκοζί
Στον πάγο να με βάλουνε
για να μη χάσω το ζουμί.

Και σαν μην έφτανε αυτό
ήρθε και το Ταμείον
Αλίμονο η δύστυχη,
θα έρθουν όλα μείον!

Πώς να τ’αντέξω άλλο αυτό
τα νιάτα μου πεθαίνουν
και σίγουρα το μέλλον μου
κάποιοι υπονομεύουν!

Βλέπω τους νέους να φεύγουνε
μαζί με τα όνειρά τους
Στον δρόμο για την ξενιτιά
να απλώνουν τα πανιά τους!

Όλα προς το χειρότερο
βαίνουν και βολοδέρνουν
Τη βούλησή μου οι δυνατοί
με άλυσο τη δένουν.

Κι ενώ εγώ η άμοιρη
θέλω να ορθοποδήσω,
τα πόδια μου τα δένουνε
τα μάτια θα τα κλείσω.

Έμεινα δίχως οργασμό
μου στέρησαν τη μήτρα
Φαΐ πια δε μου έμεινε
άδεια είναι κι η χύτρα.

Λένε πως θα με βγάλουμε
απ` του ευρώ τη ζώνη
και με δραχμούλα πάλι εδώ
ο Έλληνας θα πληρώνει.

Είπαν ότι η κόλαση
δεν είναι εκεί κάτω
μα εδώ πως μετακόμισε
και πως θα πιάσω πάτο.

Γι’ αυτό γυναίκες τρέξατε
βοηθήστε εσείς τη χώρα.
Βάλτε τους άντρες στη σειρά
και κόψτε τους τη… φόρα!

Είστε γυναίκες έξυπνες,
τσαούσες και καπάτσες.
Βρείτε τον τρόπο να κοπούν
όλες αυτές οι απάτες!

Σώστε την Ελλαδίτσα σας
γλιτώστε τα παιδιά σας
Μήπως και δείτε απόκριση
στα δόλια όνειρά σας!

Πέμπτη 6 Ιανουαρίου 2011

Άμα τη ενάρξει


Ο πηγαιμός για την Ιθάκη και το ταξίδι του Οδυσσέα δύσκολα.
Οι περιπέτειες κι οι γνώσεις άγνωστες
για όποιον περιμένει να γευτεί τα πλούσια εδέσματα
στων Λαιστρυγόνων και των Κυκλώπων τα τραπέζια.
Ο ποιητής θέλει το βήμα αδεές, μα για πολλούς το δέος λέξη είναι το ίδιο άγνωστη
μιας και η σκέψη είπαμε έμεινε «υψηλή» δίχως το υ και με το πρώτο -η γραμμένο απλά με –ι….
όσο για τη συγκίνηση ανύπαρκτη.
Νιώθω όμως πως είν’ πονηροί οι γίγαντες των μύθων κι ο Ποσειδώνας μυστηριωδώς χαμένος
- πως καταφέρνει και γελά τον κόσμο;
- Μ’ αφού η ψυχή ποτέ δεν στέκεται στο δρόμο, πώς να γευτεί την αύρα του αγέρα.
Μακρύς ο δρόμος, μα η ευχή στον πάτο της ψυχής.
Την πρωινή δροσιά δεν είδα να κοκκινίζει τα αυτιά, ούτε τα μάγουλα,
ούτε της άστατης καρδιάς δεν είδα τα πανιά με τον αγέρα να φουσκώνουν.
Τα εμπορεία των Φοινίκων έχουνε χάσει τη χλιδή τους, αφού σεντέφια και κοράλλια, έβενοι και μυρωδικά σε ξένα χέρια,
αλήθεια αυτό μη το ξεχνάμε,
σε ξένα χέρια είπα…
Και νιώθω ότι όσο κι αν ψάχνω για να βρω χαμόγελα στον ουρανό – στο τέλος θα χαθούμε μέσα σε κούφια λόγια…
Κι αν ο ποιητής φωνάζει εδώ και χρόνια
– στο νου σου την Ιθάκη και το φτάσιμο...
κι αυτό δίχως να βιάζεσαι, δίχως τον χρόνο να τραβάς απ’ τα μαλλιά
κι ούτε να βλέπεις μόνο το επόμενο ταξίδι.
Κι όσο κι αν είπε ότι ο στόχος να’ ναι καθαρός,
ώστε στο τέλος να’ ναι και τα μυαλά σου κάτασπρα που ο ήλιος θα’ χει κάνει να μοιάζουν με χρυσάφι….
εγώ φοβάμαι πώς η πυξίδα θα μείνει στο συρτάρι,
μιας και η Ιθάκη διπλώθηκε στα γρήγορα χωρίς να διαβαστεί.
Μπήκε στη τσέπη κάποιων βιαστικά…

Άλλωστε ο ποιητής δεν μπορεί να ξέρει περισσότερα από τους έμπειρους τούτου του κόσμου.

Το ξέσπασμα

Μερικές στιγμές μια σταγόνα πόνου
είναι αρκετή
να μ’ οδηγήσει σ’ ένα αδιέξοδο πνιγμού.
Δεν μπορώ να βλέπω το βήμα μου
στης θυσίας το δρόμο,
δε θέλω τη σχισμή του μυαλού μου
να γεμίζει με κείνη τη σκόνη…

Οι αισθήσεις μου έχουν χάσει
τις παλιές αντοχές τους
και τούτη η νύχτα - εφιάλτης -
έχει πάνω της την ίδια υγρασία,
την ίδια εκείνη μουχλιασμένη ψυχή
που σερνόταν στου πάθους
το φουσκωμένο ποτάμι…

Οι κινήσεις μου έχουν αλλάξει
τον παλιό τους ρυθμό
κι αυτή η σιωπή - εφιάλτης –
έχει μέσα της ένα μόνιμο φόβο
έχει πάνω της την ίδια σκιά
που καπνίζει
και χορεύει
καρφωμένη στον απέναντι τοίχο…

Μικρές στιγμές, μικρές εικόνες,
σύντομες, αλλά κι αιώνιες,
χτυπημένες στο μυαλό, στην καρδιά, στο σώμα…

Δεν μπορώ να διακρίνω πια
το βωμό της θυσίας μου,
δε θέλω να βλέπω τα μέλη γυμνά
απ’ το ιερό μου το σφάγιο…

Πάει τόσο καιρός κι ας είναι μόνο τόσος…
Μακρινές οι φωνές…
Οι εικόνες θολές…
Οι μυρωδιές σκεπασμένες πια…
μα η σκιά επιμένει σ’ εκείνο τον τοίχο…

Μερικές ακόμα στιγμές…
κι αυτές μαζεμένες σ’ ένα αβγό
κρεμασμένο πάνω απ’ τα μάτια
σε θέα καθημερινή
τη στιγμή που το κρύο νερό
καθαρίζει τον κόσμο…

Βελόνες που χτυπάνε τους αδένες
και αφήνουν το αίμα να φωνάξει
την αλήθεια που κρύβεται
μέσα σε κάθε στιγμή…

Δεν θέλω πια να πιστέψω κανέναν
και δε θέλω πάλι να γυρίσω
στη ζωή των ανέμων…
οι θάλασσές μου μαζεύτηκαν
σε ένα λιμάνι κλειστό
και τα ιστία για τον μεγάλο απόπλου
περιμένουν τη σειρά τους
στο κεντρικό το αμπάρι…

Ο χρόνος πια δεν περισσεύει,
αφού στην δίψα των άλλων
τον πρόσφερα απλόχερα…
Τώρα στις δυο μου τις χούφτες κρατώ
λιγοστό το σιτάρι
για τα δυο μου μικρά περιστέρια…

Λίγο ακόμα…
Και μετά δροσερό αεράκι…

Κυριακή 12 Δεκεμβρίου 2010

Ένας σπίνος
















Ένας σπίνος
πετούσε ψηλά στον ουρανό
κοντά σε έναν ήλιο...
κουράστηκε...

ήθελε να πιει λίγο νερό
ήθελε να δει την ομορφιά του

γι' αυτό
κατέβηκε κρυφά
σε μια λακούβα με νερό

- ήτανε διψασμένος
- συνάμα και περίεργος

πίστεψε ότι η βροχή θα ήταν εκεί
- πιστή

πίστεψε ότι το χώμα
δε θα κατάπινε τις σταγόνες της
και πως θα σκεφτόταν
ότι υπάρχουν κι άλλα ζωντανά
- διψασμένα και περίεργα

όμως ο Ἀδης
δε επέτρεψε στο χώμα κάτι τέτοιο

έδωσε αμέσως διαταγή
όσο νερό κι αν μαζευτεί
να φύγει προς τα κάτω

είπε :
έχω δω κάτω κι εγώ
πολλά δικά μου ζωντανά
- κι αυτά 'ναι διψασμένα
για λίγο νεαρό κρυστάλλινο υγρό
απ' του ουρανού τα μέρη

ο σπίνος δεν τον άκουσε ποτέ
τον Άδη να φωνάζει

μονάχα έφτασε δειλά
στην άκρη της λακούβας
- πάντα διψασμένος

και ήλπιζε ότι θα δει το είδωλο
να του χαμογελάσει

και μια σταγόνα από νερό
να του δροσίσει τη ζωή του
- πάντα ανόητος

όμως το χώμα ήταν στεγνό
και ο καθρέφτης πια χαμένος

μια τρύπα μόνο φαίνοταν
με φόρα προς τα κάτω
κι ένα μάτι να κοιτά
τον άμοιρο τον σπίνο...

έφυγε γρήγορα από κει

- μια δίψα αιώνια

Σάββατο 4 Δεκεμβρίου 2010

Το πέταγμα των πουλιών


















Πολλές φορές στέκομαι
και χαζεύω τα πουλιά
που πετούν ελεύθερα κι ανάλαφρα στον ουρανό.
Μικροί ακροβάτες
σε περίπλοκα και περίτεχνα σχέδια.
Στο παιχνίδισμά τους τρέχει το βλέμμα μου.
Θαυμάζω τη χάρη τους
και πραγματικά απολαμβάνω το θεάμα...

Κάποτε, σκέφτομαι,
θα αποκτήσω κι εγώ δυο μεγάλα φτερά,
δυο κατάλευκα πελώρια φτερά
Και θα ταξιδεψω μακριά,
πολύ μακριά!
Καβάλα σε ένα μαϊστράλι
θα φτάσω σε μια βοτσαλόστρωτη ακτή,
μπροστά σε μια γαλαζοπράσινη θάλασσα.
Θα πατήσω τα γυμνά μου πόδια εκεί
που σκάει το κύμα
και η αύρα της θα μου χαρίζει όνειρα, πολλά όνειρα...

Μα εκεί στο χάζεμα των όμορφων πουλιών,
ξαφνικά, παρουσιάζεται το φοβερό γεράκι.
Τρομάζει τα καημένα τα πουλιά
που τρέχουν να λουφάξουν στη φωλιά τους.
Φοβισμένα μπροστά στην αυτοπεποίθηση
και την αλαζονεία του ισχυρού...

Με κινήσεις προσεκτικές
κρύβομαι κι εγώ πίσω από τις κουρτίνες,
τις χοντρές πλεκτές κουρτίνες.
Νιώθω ασφαλής,
γιατί δε με βλέπει ο ισχυρός αιθέριος άρχοντας.

Και ξεμυτίζω πάλι μόνο
όταν τον βλέπω να ξεμακραίνει...
κι έτσι πάλι χαζεύω το πέταγμα των πουλιών!

Σε μια στιγμή παραφοράς...



κλαδεύουνε τις μνήμες μου
εκεί που τα κόμπια τους κρατάνε το αίμα μου
και δεν μπορεί να βρει ένα μονοπάτι
να βάλει δύναμη και να χυθεί
στον κατακόκκινο λαιμό μου.

κεντρώνουν τα όνειρά μου
εκεί που τα κλαδιά τους τεντώνουν την πνοή μου
και δεν μπορεί να βρει ένα κρατήρα
να βάλει δύναμη και να ακουστεί
στον βαθυπράσινο το νου μου.

το αίμα στον κατακόκκινο λαιμό
και η πνοή στο νου μου
θέλουν να βρουν τη δύναμη
να σχίσουν το κορμί μου
να χύσουν μνήμες κι όνειρα

και να μ' αφήσουνε για λίγο
μετέωρο μέσα σε μια στιγμή παραφοράς

μήπως και βρω κι εγώ
το μυστικό το μονομάτι
που θα με βγάλει στον κρατήρα!

Δευτέρα 25 Οκτωβρίου 2010

... ψηλός!

Ψιλός
γεννήθηκα
στις μέρες...
και τα πνευμόνια μου
μικρα κι αδύναμα
πάσχιζαν
- χρόνια πολλά -
να θρέψουνε
το στέρνο.
Τ' άκρα μου
συνέχεια
τινάζονταν
στα τέσσερα σημεία
του ορίζοντα,
το στόμα μου
έκλεινε
σιγά σιγά
στο σβήσιμο
του αγέρα...

μα ένα φτερούγισμα
κίνησε ξαφνικά
κι έφτασε
στα μάτια,
ένα πετάρισμα
του νου
κι όλα αλλάζανε
σιγά σιγά
μα σταθερά
μέχρι που ένιωσα
ότι εγίνηκα
ψηλός!

Σάββατο 28 Αυγούστου 2010

Δυο φίλοι γλάροι




Ένας γλάρος με μαχαίρι φτερό
σχίζει το χρόνο
και πνοή προσφέρει στον άχρωμο ήλιο...

ένας άλλος κρατά αγκαλιά
τον άχρονο πόνο
και με στίχους στεριώνει έναν ύμνο.


Μία πτήση φτερών στον αγέρα
χαμένη στο χθες
το γεμίζει απόλυτη ομίχλη...

μία άλλη σε ένα σχήμα σταυρού
στο κάθε του "θες"
συντροφιά του κάποιοι ξέπνοοι στίχοι.


Μια ματιά βουτάει με πάθος
στου βυθού το σκοτάδι
την πείνα με ψάρι χορταίνει...

μία άλλη φοβάται το δρόμο να πάρει
που χαράζει η αστραπή
όπου είναι λουφάζει και μένει.

Πέμπτη 5 Αυγούστου 2010

Στην αποθήκη της μνήμης




Το νευρικό τρεμούλιασμα του απαλού κορμιού

Το ανήσυχο βλέμμα των αστραφτερών ματιών

Το βιαστικό φιλί των υγρών χειλιών...

όλα πια μαζεμένα στην σκοτεινή αποθήκη της Μνήμης

σχεδιάζουν τώρα πια εδώ κι εκεί

στης μάντρας τα κάτασπρα τούβλα

σκιές γνώριμες παλιές

από κάθε νυχτέρι...

Κυριακή 1 Αυγούστου 2010

...σε μια έμμονη Ιδέα!



Ανοίγω την πόρτα και Βγαίνω στο δρόμο

Γυρίζω το βλέμμα και Διπλώνω τ' αστέρια

Ελπίζω στα μάτια μου και Ζυγίζω το δάκρυ

Ηδονίζω το φεγγάρι και Θαμπώνω τα σύννεφα

Ικετεύω την καρδιά μου και Κολακεύω το πνεύμα μου

Λησμονάω τα πάθη μου και Μαλακώνω το ινάτι μου,

Ναυτολογώ τα λόγια μου και Ξανάρχομαι μέσα.

Ορκίζω τις σκέψεις μου και Πουλάω τους ανύπαρκτους.

Ριζοβολάω στα πόδια μου και Σχίζω πια τα ρούχα μου.

Τραβάω τις σάρκες μου κι Υφαίνω τα νιόνειρα.

Φωνάζω σε μένα και Χαϊδεύω τα μαλλιά του καθρέφτη.

Ψυχώνω το αίμα μου κι Ωριμάζω... σε μια έμμονη Ιδέα!

Ω ΘΕΕ ΜΟΥ ΕΣΥ!

Ω ριμάζω σαν κόκκινο μήλο στο δέντρο της ποίησης

Θ ωπεύω τις αγιασμένες στιγμές της ακμής,
Ε λπίδα σα γεμίζω για αύριο,
Ε υχές σαν σκορπίζω στο μεγάλο ποτάμι.

Μ ε πλουτίζει κάθα αέρινη κίνηση,
Ό ταν στρέφει και φυσά στο μυαλό μου.
Υ ψηλούς στόχους ψημένους στο χέρι

Ε πιδίδω στην αφή της δικής μου της θέλησης.
Σ τεριώνω περισσότερα άξια δώματα πια
Υ ποσχέσεων, καταπράσινων λογων μου.

Παρασκευή 30 Ιουλίου 2010

Σε μια λευκή σελίδα

Σε μια λευκή σελίδα
είδες τον κόσμο που δε γνώρισες,
είδες ψυχή που βρήκε τείχος
στη ματιά και το αγκάλιασμα...

Σε μια λευκή σελίδα
είδες την άρνηση που πόθησες,
είδες το δυνατό το "όχι" σου
σ' ό,τι γεννήθηκε μαζί σου
σ' ό,τι σε έθρεψε...

Σε μια γυμνή σειρά από 'κείνη τη σελίδα
είδες ό,τι σε έφερε κοντά
σε τούτη τη στιγμή
που έχεις πιάσει πάτο!

Τρίτη 13 Ιουλίου 2010

Στην απόμερη μνήμη

Στην απόμερη μνήμη
η σκιά μιας κραυγαλέας ειρωνείας
σακατεύεται
χτυπώντας τα πόδια της
στο πεζούλι της πικρής ηδονής.

Στάλα στάλα γεμίζει το μέτωπο
με ιδρώτα αγωνίας
πλημμυρίζοντας
τις λακιές των ματιών
στη σκηνή που ξανά ξεπροβάλει.

Κλειδωμένο δωμάτιο ο νους
και κλειδί δεν υπάρχει.

Εκεί μέσα η σωτηρία της ψυχής
πάνω κάτω πηγαίνει
στο σοκκάκι της απόμερης μνήμης
σαν το αίμα
των γυμνών ακροδάκτυλων
κοκκινίζει συνεχώς το πεζούλι.

Δεν υπάρχει παράθυρο
δεν υπάρχει ούτε πόρτα.

Πέρα... κάπως έτσι θα βγει
μέχρι εκεί...
που το σώμα θ'αχνίσει.

Τρίτη 8 Ιουνίου 2010

Το ταξίδι

[ Μια μνήμη ήρθε από παλιά... και χόρεψε για λίγο στο μυαλό μου ]

(Στο Φώτη)


Ο ήχος
της νεότητας
είναι
καθάριος
τα τύμπανα
αντηχούν
στο ύψος
των αιθέριων ρευμάτων.

Η φλόγα
της νεανικής ψυχής
καυτός πυρήνας
το ηφαίστειο
τη λάβα του
τινάζει
στο ύψος των κυμάτων.

Το γέλιο
γίνηκε
ρούχο πολύχρωμο
και η ματιά
πήρε
τη γεύση του έρωτα
έγινε βλέμμα
πιο βαθύ
κι από την άβυσσο

κι άρχισε το ταξίδι...

Πέμπτη 3 Ιουνίου 2010

Ζωντανές σκιές


Η γη του χαλκού
θα πεθύμησε πάλι
τα γυμνά τα κορμιά
της ζεστής εφηβείας

και ο κύκλος της φωτιάς
θα ονειρεύεται ακόμη
τις απαλές ταλαντεύσεις
των ανέμελων γέλιων.

Μια γιαγιά
θα προσμένει για πάντα
να κεράσει με σπόρια
τα τρελά τα πουλιά

κι ένας βράχος ψηλός
θα κρατά μες το χρόνο
να γεμίσει με χρώμα
τις εικόνες που σβήνουν.

Ο χώρος πάντα κρατάει
ζωντανές τις σκιές...

Τετάρτη 26 Μαΐου 2010

για μια άνοιξη....

για μια άνοιξη
που έχει πάψει να πορεύεται σε οδό προτεραιότητας
για μια άνοιξη
που το κόκκινο
προμηνύει την αποσύνθεσή της
για μια άνοιξη
που τα άνθη της σκορπίστηκαν από το χέρι της ύβρεως
για μια άνοιξη
που κλαίει μαζί με τις κλαίουσες
για μια άνοιξη
που δεν έχει χώρο για να αφήσουν ανέμελα ίχνη οι γιοι μας
για μια άνοιξη
που πρόσθεσε άλλη μια χαραξιά στον ανελέητο χρόνο που τρέχει πάνω μας
για μια άνοιξη
που κρύβει ατέχνως τα μουντά χρώματα του χειμώνα που επιμένουν
για μια άνοιξη
που ξέχασε τα αντιπηκτικά της χάπια στο κλειδωμένο συρτάρι
για μια άνοιξη
που ο τράχηλός της φόρεσε την αρτάνη της απόγνωσης
για μια άνοιξη
που ο ποιητής την άφησε να περιμένει στο βάθρο της
για μια άνοιξη
που ο ήλιος της έχασε κι αυτός το δρόμο της δικαιοσύνης
για μια άνοιξη
που το αμάρτημά της μας έβγαλε σε πλανημένα μονοπάτια
για μια άνοιξη
που κράζει γοερά μέσα στον μπουχό που σηκώνει ο κόσμος
και μάταια ψάχνει
την Άνοιξη
με τον Ήλιο που θα φωτίσει
τον Κόσμο
τον Μέγα!

Σάββατο 8 Μαΐου 2010

Στο στίβο




Τα γυμνά τους κορμιά ποτέ δε θαυμάζεις
πώς ασκούνται και πριν τον αγώνα,

μα το τέρμα του στίβου μονάχα κοιτάζεις
σα λουφάζεις στον παλιό σου χιτώνα.


Δεν προσέχεις τις αρχές που έχει κάθε βατήρας
και τη ζεστή ανάσα που λυγίζει τ' ατσάλι,

ψάχνεις μόνο να κρύψεις το δικό σου το γήρας
αγνοώντας ολότελα της ζωής σου το χάλι.


Σαν ανάβει των νέων τη φλόγα ο ήχος
και αυτοί τρέχουν κατευθείαν στην νίκη,

μπρος στα μάτια τους υψώνεις πελώριο τείχος
κι ετοιμάζεις για χάρη τους μόνο άνομη δίκη.


Μα αυτοί με το στέρνο χαράζουν τ' αόρατο νήμα
με φωνή και χαρά τον αγέρα αναδεύουν,

της δικής σου σαρκός τελικά ανοίγουνε μνήμα
και το νου σου ανόσιες μνήμες παιδεύουν.


Έτσι των γυμνών ημιθέων το υπέρτατο κάλλος
μιας ταπεινής ελαίας κλαδί θα τιμήσει,

κι ο δικός σου αιώνιος απαίσιος κάλος
μονάχα με κυπαρίσσου κλωνιά θα γεμίσει.


Γιατί την ψυχή των ανθρώπων των νέων
τη φωτίζει γι πάντα ένα αστέρι λαμπρό,

ενώ σένα που είσαι δήθεν από ράτσα γενναίων
θα σε διώχνουν στον Άδη όπως ένα λεπρό.

Το σήμερα



Στέκεσαι για λίγο
μπροστά στο είδωλό σου που χτενίζεται
και το ρωτάς ξανά
αν θα μπορέσει να βγει στο δρόμο.

Εκείνο γυρνά μεσ' το δωμάτιο
ψάχνει να δει τι θα φορέσει
κι αν μέσ' το πορτοφόλι του
έχει τα χρήματα της δόσης να πληρώσει.

Ντύνεται αμήχανα
φορά δεμένη τη γραβάτα κατευθείαν
και το παπούτσι του στενό
άλλο δεν επιτρέπουν ν' αγοράσει άλλο.

Πίνει μια κούπα με καφέ
και αφήνει ζάχαρη κάτω απ' τη γλώσσα
γιατί σαν φύγει για δουλειά
κάποια στιγμή την έχει ανάγκη σίγουρα.

Πριν κλείσει την πόρτα του σπιτιού
ρίχνει μία ματιά στο χώρο
δεν ξέρει αν γυρίσει πάλι
ίσως και να' χει αλλάξει η κλειδαριά.

Μα και στο δρόμο καθώς βγαίνει
κάθε πορεία του φαίνεται τόσο φορτική
κι η ζώνη σφίγγει το κουρασμένο του κορμί
δεν έμεινε όμως άλλη τρύπα.

Πέμπτη 6 Μαΐου 2010

Έκσταση

Όλα πιστά
στο καθρέφτισμα των υψίστων υδάτων
και τα μάτια στενάζουν
στη συμμετρικότητα τούτη.

Πόσο διάφορος διάκοσμος σε τούτη
την κυκλική τη φορά
που χαράζει μια ψεύτικη Εδέμ
που ανεβαίνει δήθεν περήφανη.

Και η επαφή με τους γύρω
μονάχα "εν λόγοις δάκνου" να γίνεται
μέχρι εκεί που κλίνουν το γόνυ
στη στροφή και το λούφαγμα.

Κι όλα αστράφτουν μόνο στο κατώφλι
της κάθε πλημμύρας οικείων εικόνων
και μονάχα οι σκιές προσφέρουν ασφάλεια,
μόνο ο χρόνος προστατεύει το φως.

Ο λόγος του μυαλού λούζει το σώμα
και η μνήμη γυρίζει στην έγνοια της
στην αγκάλη τη βάζει
και στο όνειρο ψάχνει την τέλεια συνεύρεση.

Κυριαρχεί η πλατύφυλλη φύση
κι ο καρπός στο κλαδί κατακόκκινος
χυμούς να ποτίσει με το λαίμαργο στόμα
τη διψασμένη καρδιά.

Η θάλασσα απλώνεται ήρεμη
και η άμμος ζεστή σαν τον κόρφο της μάνας
το γυμνό το κορμί που κυλιέται
το γεμίζει με τόσους κόκκους αγάπης.

Το αγέρι γλυκό σα νανούρισμα
που έρχεται από μια άλλη εποχή
ετοιμάζει την ψυχή για έναν εξαίσιο χορό
και το κάλλιστο ούρλιαγμα!

Η ευχή

Τα γυαλιά κρεμασμένα στη γεμάτη σελλήνη
και τα κλειδιά κάπου μέσα στο χώμα,
το τσιγάρο αναμμένο ψιθυρίζει στον άνεμο
κι η φανέλα βρεγμένη κι απλωμένη στο στρώμα.

Ένας νέος ημίγυμνος
αναδεύει το χρόνο
διαβάζει των πουλιών το φτερούγισμα
κι εύχεται να'ναι καλοί οι οιωνοί
στο γύρισμα τούτης της ρόδας
ως την πύλη του κόσμου.

A!

Σκυφτός
πάνω σ' ένα μικρό μαύρο τραπέζι
σταθμεύω την κίνηση του χεριού μου,

και με το νύχι χαράζω αργά
το όμορφο κεφαλόγραμμα της ζωής μου
με το θαύμα στο τέλος του.

Τόσα χρόνια μετά

το μαύρο χρώμα του μικρού τραπεζιού απλώθηκε
η σκόνη πότισε τη μικρή διαδρομή του νυχιού
σαν το πρώτο το γράμμα πια έχει χαθεί
και το θαύμα στο τέλος μια απλή χαραξιά....

Το μυστικό λημέρι

Περιμένει η άδεια αγκαλιά
το δικό σου το σώμα

και το φιλί μου τ' αχνό
σταλιάζει στο στόμα...

Το αίμα μου παίρνει φωτιά
στο δικό σου το χρώμα

μα το χέρι δειλό
πεταμένο στο χώμα...

Μια ψυχή που παίρνει ζωή
στο δικό σου το σήμα

με το πόδι χωλό
στερημένο από βήμα...

Μ' αγωνία προσμένει το βλέμμα
το δικό σου το σχήμα

κι η φωνή μου ζεστή
στο πιο όμορφο ρήμα...

Σ' αγαπώ σου φωνάζω
της ζωής μου γεμάτο πανέρι
θά' σαι πάντα για μένα
το μυστικό μου λημέρι.

Το παιδάκι


(Στην Αθωότητα)

Μες της νύχτας ετούτης τα άνοστα χρώματα
βγήκα μια βόλτα με του μυαλού μου τ' αρώματα

κάπου εκεί στη γωνιά βρήκα παιδάκι να κλαίει
κι ό,τι είχε στην καρδιά του στο φεγγάρι να λέει.


Ήταν τόσο μικρό μπρος στην απέραντη νύχτα
σε μια άλλη αγκαλιά όλο απαίσια νύχια

δίχως μάτια να λάμπουν σε κοίταγμα εξαίσιο
παρά μόνο ένα άγγιγμα από χέρι απαίσιο.


Τα γλυκά του τα μάτια στάζανε κόκκινο αίμα
σαν του φόρεσαν κι αυτού ακάνθινο στέμμα

τα κοντά παντελόνια του γέμισαν ξένη δροσιά
σαν το στρίμωξαν λύκοι σε κλειστή δημοσιά.


Εφιάλτης ακόμα στης ψυχής του τα μάτια
ένας πόνος και μια πίκρα για τα χαμένα τα νιάτα

με τραγούδια παλιά που γυρίζουν στ' αυτιά
και θυμίζουν την πίκρα και καμία χαρά.

Τετάρτη 5 Μαΐου 2010

Η δική μας Κυριακή!



Όταν θα φτάνει Κυριακή,
στα χρόνια που μας μένουν,
θα ψάχνουμε τα χέρια που μας δένουν
με τη δική μας Κυριακή.

Όταν θα φτάνει Κυριακή,
στα χρόνια που γερνάμε,
θα ψάχνουμε την όψη που αγαπάμε
απ' τη δική μας Κυριακή.

Όταν θα φτάνει Κυριακή,
στα χρόνια που θα καίνε,
δε θα αφήνουμε τα μάτια μας να κλαίνε
για τη δική μας Κυριακή!

Quo vadis?

Quo vadis, Αντώνιε;

Ποια γυναικεία δάκρυα σε τραβάν μακριά;
Ποια πελώρια τείχη σου σαλέψαν το πνεύμα σου;
Ποια Κλεοπάτρα σε μάγεψε και σε σέρνει
με αχρείο πλοιάριο.

Quo vadis, Αντώνιε;

Με ανέμους Μινωϊκούς συντροφιά σου
σαν ξεπροβάλεις στον ξερό τον ορίζοντα
και τ' αδέλφι προδίδεις
σαν τ' αφήνεις μονάχο στο αίθριο
δίχως φρούτα κι εδέσματα
δίχως λίγο γλυκάδι απ' το Διόνυσο.

Quo vadis, Αντώνιε;

Δεν την νιώθεις την έλλειψη;
Τόσο θάμπος στα μάτια απ' την κιτρινη άμμο;
Και το πράσινο χρώμα της γης που αφήνεις;
Πώς το πούλησες έτσι;

Quo vadis, Αντώνιε;

Ποια παγίδα θα στήσεις στις αχτίδες του ήλιου;
Σε ποιον Τίβερη θα πνίξεις το γέλιο;

Quo vadis, Αντώνιε;

Στην ανάξια χήρα του βασιλιά της Αιγύπτου.
Στην στεγνή κι άθερμη σάρκα του νότου.

Μια ζωή νεκρική σε προσμένει
μακριά απ' το πλήθος του Λάτιου.

Quo vadis, Αντώνιε;

Και φωνή απαντά :

" Στης ζωής μου το θάνατο, Οκτάβιε! "

Καληνύχτα σου, άρχοντα!
Το σκοτάδι για σένα
και το άστατο αίμα σου!

Σάββατο 1 Μαΐου 2010

Μια κραυγή σιωπής




Δε μιλώ, τα χείλη μου πάγωσαν
όλα τούτα,
κορμιά που μαράζωσαν
δυο σκιές επάνω σε στρώματα
λίγες σταγόνες απ' αρώματα.

Δεν κοιτάζω, τα μάτια μου βούρκωσαν
όλα τούτα,
παράδοξο κι όμως γέρασαν
είναι πέταλα σκορπισμένα στα χώματα
λίγη σκόνη μέσα στα δώματα.

Δε μιλώ, για χορούς που εχόρεψα
όλα τούτα,
πληγές που τις φόρεσα
της ηδονής τα πικρά της τα βήματα
που ζητούσαν λίγα σκιρτήματα.

Δε λυπάμαι, γι' αυτά που με κέρασαν
όλα τούτα,
πίσω απ' τον ήλιο πια πέρασαν
ήταν τελικά της ζωής μου καμώματα
που τους έδωσα άχαρα χρώματα.

Μεσ' της νύχτα το γεμάτο φεγγάρι
άνοιξα πια της ψυχής μου τα γράμματα
μια ματιά αστραπή μονάχα τους έρριξα

μια κραυγή σιωπής τα έπνιξε
μια κραυγή σιωπής με έπνιξε!

Ν... Τ... Ι... Ν... Α...

Ντύνομαι στα άσπρα
κόκκινη η καρδιά μου,
λουλούδι από γλάστρα
στολίδι στα μαλλιά.

Τρέχω μεσ' το δρόμο
ψάχνω τη μιλιά μου,
πιάνω έναν ώμο
κι όλα παν' καλά.

Ίδια παρουσία
μέσα στα όνειρά μου,
βρίσκω την ουσία
μέσα στη χαρά.

Νιώθω δύο χέρια
κι αφήνω τη χαρά μου,
παίζουνε τα τέλια
πίνω στην υγειά.

Αγκαλιά από γύρη
γεύεται η γλυκιά μου,
κι ένα πανηγύρι
με πολλά φιλιά.

Παρασκευή 23 Απριλίου 2010

Αχ! μικρή μου καρδιά!




Μία βάρκα με πανί στο γιαλό μου
και μ' αγέρι Βοριά
με φορτίο για σε το μυαλό μου
αχ! μικρή μου καρδιά!

Μ' ένα κύμα θα' ρθει να αράξει
στη χρυσήαμμουδιά
τα γυμνά σου πόδια να βρέξει
α! μικρή μου καρδιά!

Μια γοργόνα στα βράχια θα κάτσει
με τραγούδια γλυκά
την αγάπη μου για σένα θα δείξει
αχ! μικρή μου καρδιά!

Λίγα κρίνα της άμμου θα πλέξει
στα ξανθά σου μαλλιά
και το μπλε των ματιών σου για μένα θα κλέψει
αχ! μικρή μου χαρά!

Σαπισμένο καράβι




Σαπισμένο καράβι κατάντησες
για ταξίδι αβέβαιο
και η Μοίρα η γριά
στην πρύμνη κυρά και αφέντρα
απ'το χρυσό το λιμάνι σε έβγαλε
σε θάλασσα πολύ μουτρωμένη...

κι έτσι σάπιο σαν φάντασμα

με ορχήστρες στ' αμπάρι κλεισμένες

και το πλήρωμα νεκρό στο κατάστρωμα

με τις βάρκες σχισμένες στον πάτο

και το γέρο καπετάνιο στη γέφυρα

ξεπροβάλλεις γελοίο πλοιάριο
σε φουρτούνες μουντές
για ταξίδι ειρωνείας.

Ο ουρανός σπασμένος στα δύο
μια σου δείχνει τον ήλιο χαμένο
μια τα κύματα χτυπημένα στον άνεμο πάνω.

κι οι βροχές σου αρχίζουν και τρέχουν
σαν οι σειρήνες γελάνε μαζί σου
κι ο θεός της Θαλάσσης κοροϊδεύει την παλιά σου την άγκυρα.

Μα αφού βγήκες
- κι ας μη το' θελες τούτο -
να κοιτάξεις μη χάσω τό δρόμο
να προσέξεις νικητής
να γυρίσεις στο νησί του επικού βασιλιά
μακρυά
από τόσους υφάλους.

Κυριακή 4 Απριλίου 2010

Γιατί κοιτάζω τη θάλασσα;


Δεν με ενοχλεί
να με αφήνεις
με τις ώρες
να βλέπω τη θάλασσα
...

Αλλά με ενοχλεί
όταν μετά από αυτές τις ώρες
με ρωτάς
γιατί την κοιτάζω
...