ΣΥΛΛΟΓΕΣ

Δευτέρα 20 Ιανουαρίου 2014

Σε κατάλευκο φόντο




Στο φως 
οι κόρες των ματιών
κι ο τρόπος 
ψάχνει να βρει ν' ακουμπήσει στη σκέψη
για ένα πανέρι 
που ξεχειλίζει λευκές αναμνήσεις
λουφαγμένες 
σε φτερά περιστεριού.

Το βήμα 
δεμένο καλά πάνω στη γη
τον τόπο 
που γύρισε κάποτε θέλει και πάλι να βρει
για το άσπρο πουκάμισο 
που χαϊδεύει ομόχρωμα αισθήματα
ποτισμένο 
σε ποτήρια με ρούμι.

Σ' ένα ντο κι ένα σι
τα χείλη της νιότης σκαλώνουν
τον χρόνο
που πέρασε αναζητάει πίσω να έρθει
για το όνειρο κείνο
που φουσκώνει από όμορφα λόγια 
καρφωμένο σαν τάμα 
σε κάτασπρο σύννεφο. 

Σάββατο 19 Οκτωβρίου 2013

Η Σιωπή



Αρκείσαι και μένεις
σε μια απόλυτη - μα φρικτή - σιωπή
που απλά
νεκρώνει τα νεύρα σου
και σε προσφέρει εύκολο δρόμο
σε βήματα αδέξια...

... μια σιωπή
που δεν είναι τίποτα άλλο
παρά το σχοινί
να κρατιέσαι
λίγο πάνω απ' τη λάσπη
μακριά απ' το ξέφωτο
κι απ' το δρόμο του ήλιου.

Η ροή του χρόνου θα δείξει...



Όταν το σύννεφο
περιμένει τις αχτίδες του ήλιου,
όταν τα περιστέρια 
περιμένουν τον άνεμο,
όταν τα λουλούδια 
περιμένουν τις μέλισσες
κι όταν το σώμα 
περιμένει το άλλο το σώμα,

άραγε τούτο δε σημαίνει αγωνία, 
δε σημαίνει άραγε ανάγκη, 
δε σημαίνει βαθιά προσμονή επαφής; 

Κι όταν ο ήλιος 
αγκαλιάζει τα πυκνά νεφελώματα,
κι όταν ο αγέρας 
χαϊδεύει τα φτερά των πουλιών,
κι όταν τα χρυσόφτερα έντομα 
εισχωρούν στην καρδιά των ανθών
κι όταν το κορμί 
νιώσει τη φλόγα του άλλου κορμιού,

άραγε τούτο δε σημαίνει ανακούφιση, 
δε σημαίνει άραγε πλήρωση,
δε σημαίνει απλά ελευθερία!

Η ροή του χρόνου θα δείξει...

Τετάρτη 7 Αυγούστου 2013

Έξω απ' τα τείχη του στέμματος




Έξω απ' τα τείχη του στέμματος
μόνο μέλη σφαγμένα θωρείς
- ακρωτηριασμένα τα χέρια, τα πόδια, η ζωή...

Στις γωνιές λίγοι άνθρωποι
περιμένουν - τι άλλο άραγε μπορούν να κάνουν;
μία στάση απομένει - αυτή της παράκλησης -
για την άλλη - της Στάσης
αυτή για καλά ξεχασμένη
(το καμτσίκι του άρχοντα χτυπάει καλά την κλείδα στο γόνατο)

Η γροθιά των κομμένων χεριών
δεν έχει πλέον τη δύναμη
να υψωθεί στον αγέρα
- το νεύρο που τη δένει με το νου και κείνο σχισμένο στη μέση
με μαχαίρι καλά τροχισμένο
στου παλατιού τα σκοτεινά εργαστήρια - .

Κάπου κάπου ένα βλέμμα σηκώνεται
απ' το μάτι που κυλάει στο δρόμο της πείνας
σταματά και χαζεύει τον ήλιο
- τι να σου κάνει άμοιρο κι η αχτίδα; -

Τόσα έτη φωτός που διανύει απ' το σύμπαν ερχόμενη,
πώς να καταφέρει να κρατήσει ζεστή την ελπίδα σου;

Έξω απ' τις πύλες του στέμματος
μόνο μέλη σφαγμένα θωρείς...

Μέχρι ποτέ; 

Κυριακή 16 Ιουνίου 2013

Με τις έγνοιες παρέα...


(Στην Ελένη)

Με τις έγνοιες παρέα στα χέρια
ανεβαίνω και πάλι στο δικό σου επίπεδο...
να σε βρω
και να νιώσω πιο ήρεμα_

με πληγώνει και πάλι το χάος.....
- που απλώνουν τα μάτια σου

με φοβίζει ξανά...
- που δεν έχω κοντά τη ματιά σου.

Κουλουριάζομαι
και μπαίνω...
να ψηθώ μες το στέρνο σου
να νιώσω εκεί ζεστασιά
να φουσκώσω_

με τρομάζει ξανά...
- που δεν έχω κοντά τη λαλιά σου

με τραντάζει και πάλι το κενό...
- που γεμίζει το στόμα σου.

- Η σιωπή παίζει παιχνίδια
ορίζει το χρόνο αλλιώτικα...

Επιστρέφω...
με μπατζάκια κοντά
με τα γόνατα κόκκινα...
περιμένω
ένα χάδι,
ένα λόγο,
ένα μάλωμα...

_μα και πάλι σιωπή....

_ η φωνή ούτε άχνα_
_ η ματιά ούτε σπίθα_

δε βγάζουν....

με τα μάτια κλειστά
μένω απλά εκεί...
στη ζεστή μου φωλιά _

απολαμβάνω για μια ακόμα φορά
το χρου χρου της ψυχής
το τικ τακ, τικ τακ της καρδιάς
........
ηρεμώ.... ηρεμώ....

δυναμώνω_

κι ας οι έγνοιες βαραίνουν
- ακόμα -
τις χούφτες μου.

Δευτέρα 13 Μαΐου 2013

Επιστροφή

Άλλη μια πόρτα έκλεισε

και το κλειδί
στην κλειδαριά
με δυο στροφές
στο κλείδωμά της...

Στον ήχο του
ένα μαχαίρι χτυπά στα σωθικά
ένα καρφί της σκέψης τα ταξίδια...

αλλά κι ένα χαμόγελο
στην αντανάκλαση του προσώπου
και μι' ανακούφιση στο γύρισμά του.

Στο δρόμο πια
- μπροστά
με βλέμμα καθαρό
με ένα όνειρο αγνό
κι μια ανάμνηση γλυκιά -
της επιστροφής.

Παρασκευή 15 Φεβρουαρίου 2013

Έρμη Ψυχή

Έρμη Ψυχή
πώς σε κατάντησαν....

γυμνή στους δρόμους βγαίνεις
και συργιανάς

να βρεις
σώμα γερό να σ' αγκαλιάσει...

φωνάζεις στο κενό
κι η ηχώ σου χάνεται,
γιατί δεν έχει τοίχο ν' ακουμπήσει,

να ξαποστάσει,
να ηρεμήσει....

γυρνάς, όλο γυρνάς,
συναίσθημα δεν έχεις να προσφέρεις

απλώνεις μόνο τα φελιά
της άμοιρης ζωής σου

και η ματιά σου είναι υγρή...

είναι ο κόσμος σου μικρός,
και τ' όνειρό σου κούφιο

- ανάθεμα στους αίτιους -

του ρούφηξαν  την ψίχα!

Πέμπτη 17 Ιανουαρίου 2013

Πάνω στην ώρα

21.14 ..... - Μόνος
                             είμαι μόνος
                περιμένω                 κι... ελπίζω!
                τι είναι αυτό;
                                      πού με πάει;
                - εγώ;
                - ναι, εσύ!
                αλλιώς
                            θα πνιγόταν το κλάμα μου
                            θα καιγόταν η ανάσα...

21.29 ..... ΣΙΩΠΗ..........
                το μυαλό ησύχασε
                                              μες στο ραδιόφωνο...

21.31 ..... όμως για λίγο
                το δάκρυ κυλάει ξανά
                η ανάσα φουντώνει και πάλι...

                κι εγώ πάλι
                                   μόνος
                                             νιώθω μόνος!
                τι είναι αυτό;
                                      πού με πάει;
                - εγώ;
                ..........

21.57 ..... - αρχίζω να συνέρχομαι
                στην ιδέα
                                του "εγώ"
                                                που' ναι ανύπαρκτο...

21.59 ..... ένα περιστέρι λευκό
                γίνηκε όνειρο
                                       πέρασε απ' τα μάτια...
                και κούρνιασε στην καρδιά!

22.01 ..... Καληνύχτα!
                - Καληνύχτα...

22.02 ..........................................

.

Θέμα χρόνου

Ελπίζοντας σε μια κόκκινη ανατολή
ζούσε μες το σκοτάδι της σπηλιάς
και φοβόταν πολύ την φοβερή φωτιά
που έκαιγε τόσο καιρό μες την καρδιά του.

Τώρα πια δεν υποκρίνεται
και προσπαθεί μονάχα
να κρατήσει γερά
μπρος τον ήλιο
που του δωσε
το κόκκινο 
χρώμα
του

πιο
ήσυχο
το σώμα
κι ακάματο
πια ησυχάζει
και δε φοβάται
το χάος της νύχτας
που' χασε το μυστικό της

Ελπίζοντας πάντα στην πορφύρα
κοιτάζει μονάχα μπορστά
κι αφήνει τη φωτιά να μαραίνει
να γίνεται χόβολη και σε λίγο κρύα στάχτη.


Τετάρτη 16 Ιανουαρίου 2013

Μεγαλώνοντας



Κοιτάζεις τον εαυτό σου
- ένα χρόνο μεγαλύτερο -

βλέπεις τις αλλαγές στο σώμα σου,
μα βλέπεις όμως την παιδικότητά σου
- ανεξάντλητη - ζωντανή -

Δεν σταματάς να γελάς σαν παιδί
Δεν σταματάς να χοροπηδάς σαν παιδί

κι όμως βλέπεις να ανδρεύεις
καθώς οι επιθυμίες σου γίνονται πιο έντονες
καθώς ζητάς να μεγαλώσουν επίσης
η θρασύτητά σου
μαζί και η αυτοπεποίθησή σου

Διαπιστώνεις ότι η ζωή θέλει ζωντάνια
μα εσύ

- αν και νέος -
νιώθεις ότι είναι λίγη
νιώθεις ότι είναι μικρή

κι αυτό το καταλαβαίνεις
γιατί το νιώθεις εδώ και καιρό

και ξέρεις πια
στο χέρι σου είναι
να μη τη νιώθεις λίγη
να μη τη νιώθεις μικρή...

φτάνει να αφαιρέσεις απ' αυτή
το χρόνο που σπατάλησες
για κείνους που δεν έπρεπε!

Πριν το τέλος!

Λάμπουν τα μάτια
και το κατάλευκο πέτρινο κορμί
κυλά μες το νερό
και φτάνει...

μπρος στα χείλη
που γυαλίζουν
απ' τη δροσιά
που στάζει κάθε μοίρα
στο γύρισμα της σφαίρας της τρανής
που βαραίνει τον ουρανό...

μα εσύ θεέ μου
σ' αρέσει να γίνεσαι θνητός
και να πονάς
και να περνάς στο πάθος

σ'αρέσει να παίρνεις ανθρώπινη λαλιά
και να σπαράζεις
και να πέφτεις μες την αμαρτία...

Κι αυτό γιατί για σένα
η φύση η πράσινη
κι η θάλασσα η γαλάζια
δεν είναι απλά τοπία

μα είναι αυτά
που θέλουν
και ζητάνε
τη θέρμη των ακτίνων σου
την όμορφη καρδιά σου...

δέσε λοιπόν τα άλογα
κάτω απ' τον ίσκιο
του σοφού πολύκυκλου πλατάνου

στάσου για λίγο
λίγο πιο πάνω από τη στάθμη του νερού
και σκέψου
και περίμενε
τον ερχομό του τέλους!

Σάββατο 12 Ιανουαρίου 2013

Το άλογό μου χάθηκε...



Είχα ένα άλογο
γοργοπόδαρο -
χρυσόφτερο -
ασπρόχαιτο  -
και με τα μάτια όλο λάμψη...

πιστός σ' αυτό
κι αυτό σε μένα

-  μαζί περιπλανιώμαστε
στους δρόμους τους ουράνιους
μαζί και μες το όνειρο
που έστηναν οι νύχτες -

Μια μέρα όμως χάθηκε
κάτω από τα σύννεφα

- μαζί με αυτό κι εγώ -

Το ιδανικό του
έσβησε
μαζί κι η λάμψη των ματιών του,
σακατεύτηκε
μαζί με τα γερά του πόδια
έλιωσε
με τα φτερά που κάηκαν
ξύλιασε
μιας κι η λευκότητά του κύλησε από το μακρύ λαιμό του...

Τώρα -  κάτω απ' τα σύννεφα
πού άραγε γυρνάει;

σε ποιο τροχό δεμένο στέκεται
ακίνητο,
μ' ένα χαμόγελο νεκρό
και με μπογιά που όλο ξερνάει
στα ρούχα των μικρών παιδιών
που λίγο πάνω του ανεβαίνουν
κι ύστερα πάνε παραπέρα
για να χορτάσουν τη χαρά τους...

...κι εγώ τρελός κατάντησα
μέσα σ' αυτό τον άδειο κόσμο
να τρέχω ανάμεσα στα σύννεφα
μήπως το δω,
μήπως κι ακούσω...
χλιμίντρισμα οικείο! 

Σε κάθε κλάσμα του δεύτερου...



Σε κάθε κλάσμα του δεύτερου...

βαραίνουν πιότερο
τα ήδη ασήκωτα βήματα

κι η πυγμή πιο βαθιά
μες το στήθος καρφώνεται

και στον κόσμο δε βρίσκει αποκούμπι
θεραπεία δεν έχει
έτσι η μόλυνση απλώνεται...

Οι σειρήνες το δικό τους τραγούδι
σφυρίζουν

και η στάθμη του αίματος
λίγο κάτω απ' τις κόρες
που κοιτάζουν
τα καρφωμένα τα σύννεφα
στις ουράνιες βάσεις τους

μπρος στον ήλιο
που παλεύει
για μια τελευταία ανάσα...

σε κάθε κλάσμα του δεύτερου!

Τρίτη 8 Ιανουαρίου 2013

Το γαλήνιο αγόρι!




Στον καθρέφτη μπροστά
λίγο πριν...

πώς θυμάμαι τούτο τον νέο; -  άλλοτε...

τι να πεις για λαιμό,
για κορμό
και για σκέψη...
τι να πεις για το βήμα που είχε...
καθαρόαιμο άτι!

Τώρα όμως...

Ο Ήλιος τον κρατάει στο νησί του
σε πευκώνα κλειστό πλάι στη θάλασσα...

τι να πεις τώρα πια...

σφιγμένα τα χείλη,
τα μάτια στο χρώμα της βρεγμένης της άμμου,
το σώμα σα στάχυ καμμένο
σωριασμένο σε άχαρο στρώμα
και η σκέψη χτυπημένη
στου μυαλού του τους τοίχους.

Σαν κοιτάζω λίγο ακόμα
στο βάθος του ειδώλου...

μία χάρη διακρίνω παράξενη
και γελώ
σαν γελάει σε μένα...
ένα αγόρι
- που κρατιέται για μένα γαλήνιο!


Μὀνος...




Μόνος...
ιδρώνω...
ο δρόμος ανηφορικός
κι ο κόσμος το ίδιο...

Τα πόδια βαριά
στο σκληρό πεζοδρόμιο...
κι η άκρη του
με πλησιάζει στο χάος, στην τρέλα...

Μόνος...
σαστίζω...
το ποτάμι παγωμένο
κι τα δέντρα το ίδιο...

Το βλέμμα νεκρό
στην απέναντι όχθη...
κι η άκρη της
με σπρώχνει στο τίποτα, στην τρέλα...

Μόνος...
φοβάμαι...
φοβάμαι πολύ...
τα βήματα αργά...
τα χέρια δεμένα...
η φωνή άφαντη...
η καρδιά κλειδωμένη...

Μόνος...
ακίνητος...
με ένα όραμα...
στον πάτο της σκέψης μου...

Ας περάσει - για λίγο -
πάνω από αυτό το κεφάλι
μια αχνή ηλιαχτίδα...
μοναχά
- ικανή -
να μου πάρει το βάρος
της ζωής ετούτης
της κόκκινης...

Μόνος...

Σάββατο 5 Ιανουαρίου 2013

Το άδειο σχοινί




Είχα καιρό
ν' απλώσω λίγα ρούχα στο σχοινί μου
- έξω στο φράχτη της αυλής -

ίσως
γιατί η θάλασσα κρατούσε μακριά μου
τη γεύση του αλατιού της
μιας και ο άνεμος πεισματικά
στεκόταν νότιος, ζεστός κι αρρωστημένος

ίσως
γιατί ο ήλιος βάλθηκε να πορεύεται
τροχιά αχτίδας πιο οξείας
μιας και το ύψος της σκιάς επίμονα
στεκόταν τεντωμένο, παγερό κι αναίσθητο

Έτσι
τα άκρα μου δίχως ζωή
ανάμεσα
στο καύμα και τον πάγο
έσκασαν,
μούδιασαν,
μελάνιασαν
μέσα στο χρόνο της αναμονής
για δράση και αντίδραση

για όλα εκείνα
που θα γύριζαν τ' αγέρι
για όλα εκείνα
που την τροχιά θα άμβλυναν.

Μισό επί μισό

Από
"μισό επί μισό"
κι ένα βήμα
στο
"μισό επί μισό"
και πάλι

 ευθεία σε ράγες παράλληλες - τραβηγμένες
σε μια κίνηση
σε κοινή θέση

Από
"μισό επί μισό"
κι άλλο βήμα
στο
"μισό επί μισό"
και πάλι

 ένα "μισό" και μια σκέψη
 μια σκέψη κι ένα δάκρυ
 για όλα εκείνα
 τα απαίσια
 και άρρυθμα χειροκροτήματα - στη σειρά -
 τόσων θεατών
 τόσων επευφημιών

 μιας στιγμής
 που καταρρέει
ανάμεσα στο
"μισό επί μισό"
και
στο άλλο "μισό επί μισό"

Τρίτη 16 Οκτωβρίου 2012

απλοί Κομπάρσοι

Εσείς
που μπήκατε
απλοί Κομπάρσοι
μες τη σκηνή
για να κινήσετε...

- εσείς -
... τη μοίρα
των υποκριτών των πρώτων
- εσείς -
... την αντίστροφη φορά
της έγνοιας για τα θαυμαστά
- εσείς -
... μια λύση
που βολεύει τον έλεον και το φόβο σας
- εσείς -
... μια κάθαρση
που η μούχλα της μυρίζει

εσείς,
απλοί Κομπάρσοι
- παράδοξο -
με ρόλο πρώτο
τα καταφέρατε
και σας "χειροκροτούμε"!

Δευτέρα 1 Οκτωβρίου 2012

Κι αν

Κι αν
δε σ' έχω συνέχεια
αγκαλιά μη μου μουτρώνεις,
σαν χαϊδεύω τ χρυσά σου μαλλιά
με χαρά με πληρώνεις.

Κι αν
πάλι δεν προσέχω
την καινούρια σου τσάντα,
δε σημαίνει αυτό πως αντέχω
να μη σ' έχω μαζί μου για πάντα.

Κι αν
σε κάνω πάλι
να κλαις εσύ μη μου θυμώνεις,
μοναχά "σ' αγαπώ"
να μου λες και να μη με μαλώνεις.

Και αν
πάλι προσέχω
την κάθε σου γκάφα,
δε σημαίνει αυτό
πως δε σ' έχω της ζωής μου το άλφα.

Κι αν
στον ύπνο εσένα ζητώ
μη μ' ερημώνεις,
καληνύχτα γλυκιά σου ποθώ
σαν στον κύκλο σου εμένα κυκλώνεις.

Κυριακή 30 Σεπτεμβρίου 2012

Μια ερωτική ιστορία



Μια ιστορία,
θέλω να σας πω για μια κοπέλα,
που 'τανε γλυκιά σαν καραμέλα,
σε ένα αγόρι έφερε την τρέλα... την αγάπησε!

Ήταν ένα αγόρι,
που' ξερε να φτιάχνει όλο τραγούδια,
να της χαρίζει όμορφα λουλούδια,
να την ταῑζει απ' όλα τα καλούδια... την εμάγεψε!

Ένωσαν τα χέρια
και η ευχή τους έφτασε στ' αστέρια,
και το φεγγάρι ρίχνοντας κρυφή ματιά... τους χαμογελά!

Μἰλησαν τα μάτια
κι η αγκαλιά τους μύρισε από νιάτα,
ήταν κοντά τους και η Παναγιά... για να τους βοηθά!

Η ενθάρρυνση

Μη βλέπεις πίσω, γιατί ο χρόνος δακρύζει
στο μυαλό σου μη βάζεις εικόνες παλιές...

μην αφήσεις ξανά την ψυχή να λυγίζει
και να πάψεις να πίνεις μόνο δύο γουλιές.

Σπάσε τούτο το τζάμι, κι ας στάξει το αίμα
θα σου δώσει ο ήλιος το δικό του το στέμμα...

βγες στο δρόμο και φόρεσε ολοκαίνουργιο βλέμμα
μη στερείς από σένα το έξαίσιο γεύμα.

Στο συρτάρι το γράμμα, που εσένα θυμίζει
στη φωτιά ρίξε αμέσως φωτογραφίες παλιές...

το κορμί στις γνωστές γωνιές μη σταλίζει
και απόρριψε αμέσως τις γνωστές τις λαλιές.

Μπες αμέσως με σχεδία, που κοντράρει το ρέμα
και η Μοίρα θα σου' χει ολοκαίνουργιο κέρμα...

τράβα πόδια και χέρια από τούτο το τέλμα
η ζωή σου μικρή για να φτάσει στο τέρμα!

Παρασκευή 28 Σεπτεμβρίου 2012

Δεν μπορεί!


(Στην Ελένη)

Χτυπάει το στέρνο στο κενό...
κι όμως κάνει γκελ - και γυρίζει πίσω
αναποδογυρίζει
κι η καρδιά εκτίθεται
στην ξηρή ατμόσφαιρα,
σπαρταράει σαν ψάρι,
κοπανιέται,
ψυχορραγεί
και γεμίζει δάκρυα κρυστάλλινα
τη μνήμη
που δεν μπορεί
να σηκώσει το βάρος
του πάγου
που την πλακώνει,
που δεν μπορεί
να ενεργοποιήσει την συναισθησία
του ήχου και της εικόνας
μιας και ο λογισμός
έχει πια μείνει χωλός
και τ' όνειρο
έξω απ' τα σεντόνια....

Σάββατο 15 Σεπτεμβρίου 2012

Τάγκο



Δεν είναι μόνο του χορού ο σκοπός,
αλλά και του πάθους ο γλυκός ο ρυθμός,
που με κάνει να ζωγραφίζω με το σώμα
κι οδηγεί το μυαλό μου σε ανώτερο στρώμα.

Τα μάτια μου νιώθουν του ήχου την αίσθηση
και μπαίνω απαλά σε μία παραίσθηση,
σα στάζει ο ιδρώτας στο δικό σου κορμί
και γεμίζει τη σάρκα μου γλυκιά ηδονή.

Οι νότες χαϊδεύουν τα μέλη της νιότης
κι εγώ των χυμών σου ένας άκρατος πότης,
τ` ακροδάκτυλα μαζεύουν τη λεπτή σου τη μέση
και τα χείλη λαμβάνουν την γλυκύτατη γεύση.

Κυριακή 2 Σεπτεμβρίου 2012

Μαζί σου




Ένα κατάλευκο λιμάνι η ματιά σου
κι εγώ καῑκι που ψάχνω τη γαλήνη,

ένα χαρμόσυνο τραγούδι η λαλιά σου
κι εγώ ένας στίχος που διώχνω την οδύνη.

Μία γαλάζια θάλασσα είναι η αγκαλιά σου
κι εγώ ένας γλάρος που ζητάω να ζήσω,

ένας καθάριος ουρανός είν' η καρδιά σου
κι εγώ ένα αστέρι που λάμψη θα στολίσω.

Μια κούπα ζάχαρη είν' η ζεστή ψυχή σου
κι εγώ μια μέλισσα που εκεί βουτάω,

ένας ανθόκηπος πολύχρωμος όλη η ύπαρξή σου
κι εγώ λουλούδι που το στήθος σου κεντάω.

Είναι υπέροχο αυτό που ζω μαζί σου...

Κυριακή 15 Ιουλίου 2012

Μονάχος

Απομένω στο χώρο...

μονάχος

κι αποδιώχνω της ψυχής μου το άγχος!

Η ζωή μου δεν βρίσκει πια νόημα
στα αυτιά μου φωλιάζει ένα άπνοο θρόισμα.

Βυθίζω στο πέλαγος την τύχη...

μονάχος

στα μάτια δακρύζουν οι παλιοί μου οι στίχοι!

Η μοίρα βαραίνει με τα μαύρα της ρούχα
κι οι εικόνες στους απαίσιους δρόμους πού'χα.

Γκρεμίζω ό,τι με θέλει σε μέτρα...

μονάχος

και τα χέρια μου έγιναν σκληρά σαν την πέτρα!

Το βήμα γυρίζει, αλλού με πηγαίνει
κι ο αγέρας βοηθός, σ' άλλα μέρη με σέρνει.

Διπλώνω τα λευκά μου ενδύματα...

μονάχος

τα πόδια γυμνά μπρος στα τριάντα μου κύματα!

Η σάρκα δε θέλει πια να ιδρώνει
και οι μέρες μονομιάς εγίνηκαν χρόνοι.

Σάββατο 16 Ιουνίου 2012

Δίχως

Οι μέρες δύσκολες
τώρα που ο ήλιος είναι μακριά

για το παιδί
που πιάνει τους τοίχους
και μετρά τον ορφανό το χρόνο

δίχως χαμόγελο
στα μελανά τα χείλη

δίχως τα κόκκινα τα ρόδα
να κοκκινίζουνε τα χέρια του

δίχως να έχει τη δύναμη
να ανατρέψουνε τα σχέδια του γίγαντα

δίχως τραγούδια
με στίχους ανάκατα και όνειρα

δίχως μια κουταλιά γλυκό
από σταφύλι ή από βύσσινο

δίχως μια φλόγα ελπίδας
στο τραπέζι με τα πολλά γλυκίσματα

αφού ο ήλιος μακριά
και το νυχτέρι πλησιάζει πάλι!

Δευτέρα 4 Ιουνίου 2012

Άραγε πεθαίνει η αγάπη;


Μπορεί να πεθάνει η αγάπη...

τη στιγμή που ο Χεμώνας δε θα' χει πια χιόνια να παίζει
τη στιγμή που Άνοιξη δε θα' χει πια λουλούδια να δένει...

τη στιγμή που το Θέρος δε θα' χει φως τα κορμιά να ζεσταίνει
τη στιγμή που η Οπώρα δε θα έχει μια ρόγα σταφύλι στα πουλιά να προσφέρει!

Παρέα με την Ελένη



Τούτη την ώρα που βρίσκομαι κοντά στην πηγή της ζωής μου
όλο και πιο πολύ ζητώ να φανεί μια λάμψη
- παρηγοριά στου ανθρώπου το κακό -

Κι όσο περνά η ώρα
τόσο και πιο πολύ ζητώ...
καθώς και το μυαλό και το κορμί
χάνεται μέσα σε μία αίσθηση απόλυτης σιωπής

Η γοητεία η παλιά έχει κι αυτή μείνει ακίνητη
λίγο πιο πριν από την κόρη του ματιού
λες και της κλείσανε το δρόμο
κάποιοι απεργοί της νόησης...

Για μια στιγμή υπάρχει ανησυχία
τα χέρια προσπαθούν να απλώσουν μια ανάγκη
τα πόδια γυρεύουν ν' ακολουθήσουν μονοπάτια της συνήθειας
τα χείλη να φιλήσουν, να αρθρώσουν την αγάπη
τα μάτια ψάχνουν δύναμη για να εκφράσουν τον πόθο
κι η ψυχή να βρει το δρόμο της....

Μα δυστυχώς όλα γυρνάνε πάλι πίσω...
τα χέρια δένουν σε μπουνιές
τα πόδια μένουνε δεμένα
τα χείλη ρίχνουν την αμπάρα της αργίας
και η ματιά επιμένει καρφωμένη
καθώς είναι χαμένη πια η χαρά της άλλοτε ζεστής συνάντησης.

Τούτη την ώρα που αγγίζω με τα χέρια την καρδιά της
όλο και πιο πολύ ζητώ να βγει απ' το σώμα η ψυχή
- γαλήνη στον ανθρώπινο τον πόνο -


Σάββατο 26 Μαΐου 2012

Η αυταπάτη



Τόση σιωπή
πώς αντέχει ο νους;
Τόση αγκύλωση
πώς την αντέχουν τα άκρα;

Το κορμί τό' χει αρπάξει
και το τρώει ο σκόρος
σ' ένα ράφι
που θρονιάζονται οι θεωρίες...

Πώς τρομάζει το βλέμμα
μπρος στο φως ιδεών
που μαζεύονται στο σκοτάδι
του σώματος;
Πώς βαραίνουν οι ώμοι;
Πώς ασπρίζουν οι κρόταφοι;
Πώς πονάει η ψυχή;
σαν περνάει ο χρόνος!

Και η λύση μόνο μία...

οι Μούσες φιλάρεσκες
στο χιονισμένο κεφάλι
συσσωρεύουν τη γνώση
και στο στέρνο το στενό
συρρικνώνουν τα αισθήματα!
μες στην ίδια σιωπή
και την ίδια αγκύλωση!


Πέμπτη 10 Μαΐου 2012

Γύρισα



Γύρισα...

θέλω να τραγουδήσω
θέλω να δώσω το σκοπό
για ένα χορό...

να ανοίξουν οι φτερούγες μου
και τα κλειστά μου μάτια...

να νιώσω κάθε κίνηση
στο κάθε κύτταρό μου...

μα στέκεται απόμερα
χωρίς να ησυχάζει...

νιώθω τα μάτια της υγρά 
και το μυαλό της χύμα...

εκεί που οι φθόγγοι πέφτουνε
και στάζουν όλο αίμα
μες το τραγούδι
εκείνη  σαν αστραπή περνά
το σώμα μου γεμίζει...
η άγρια γαλήνη.

Γύρισα!

Ακόμα χαμένος



Πού με πάει η Μοίρα
και τι δρόμος κρυφός;
Τι μου δίνει η χήρα
λες και είμαι τυφλός;

Περπατώ κι είναι νύχτα
κι η βροχή πεφτ' ακόμα
κι εγώ μπήγω τα νύχια
στο δικό μου το σώμα.

Κι επιμένω να δω
ποια θα είναι η τύχη
και ρωτάω να μάθω
πώς γκρεμίζουν τα τείχη.

Μα η μέρα δε σκάει
και ο ήλιος χλωμός
ούτε πια μου γελάει
και στα πόδια χωλός.

Δεκανίκια δε βρίσκω
για να δώσω στο φως
κι ο κόσμος πιο άδικα
μου στερεί και το "πώς"!

Τρίτη 8 Μαΐου 2012

ΣτΗς ΧρΕίΑς ΤηΝ αΝάΓκΗ

σΤο ΠέΣιΜο ΤηΣ πΆχΝηΣ
μΊλΗσΑ
γΙα ΤηΣ βΡοΧήΣ τΗν ΠαΎσΗ

σΤο ΤέΛεΜα ΤοΥ δΡόΜοΥ
βΥθΊσΤηΚα
ΣτΙς ΚάΜαΡεΣ τΗς ΣιΩπΉς

ΑνΆμΕσΑ σΤοΝ κΌλΠο ΣοΥ
- σΑ μΥσΤιΚό ΠλΕοΎμΕνΟ -
μΕ τΗ μΑτΙά ΤηΣ φΛόΓαΣ
μΕ τΑ μΆτΙα ΤηΣ φΩτΙάΣ
εΚεΊ
πΡοΣπΆθΗσΑ
νΑ σΕ πΡοΛάΒω ΣτΟν ΠεΡίΠαΤο
Μα ΑυΤόΣ
μΕ ΠρΌλΑβΕ
- πΡώΤοΣ -

έΤσΙ σΚοΝτΆφΤοΝτΑς ΣτΗς ΧρΕίΑς ΤηΝ αΝάΓκΗ
έΓρΑψΑ δΥό ΛόΓιΑ
κΑι ΠήΓα
ΚαΙ τΑ κΆρΦωΣα
ΠάΝω ΣτΟ ΣύΝνΕφΟ
πΟυ' ΡχΌτΑν
ΠρΟς ΈσΈνΑ...

Μ.Α.Τ.Α.Ι.Ο.Δ.Ο.Ξ.Ι.Α.

Μεγάλωσες
σ' έναν κόσμο
που ίσως πουλήθηκες
και ποτέ δε στερήθηκες...

Άντρεψες
σε μια κοινωνία
που απ' αυτή υϊοθετήθηκες
και ποτέ δεν αρνήθηκες...

Άλλαξες
τα παιδικά όνειρά σου
που σού' παν ότι δε σου πάνε
και ποτέ μαζί σου δε θα' ναι...

Ιχνογράφησες
μια νέα τάξη πραγμάτων
που ίσως σε φόβισε
μα ποτέ δε σ' απώθησε...

Όρμησες
σε μια αγάπη παράδοξη
που σίγουρα σ' ένοιαξε
μα ποτέ δε σου ταίριαξε...

Δανείστηκες
πολλές αλλαξιές της
που λογικά σου άρεσαν
μα ποτέ δε σε βόλεψαν...

Οπλίστηκες
με φτηνές ανακλίσεις
που κάπου κάπου σε βοήθησαν
μα ποτέ ειλικρινά δε σε τίμησαν...

Ξενυχτάς
μοναχά μ' ένα σκοπό
που ίσως κι αυτός σου αρέσει
μα ίσως να μη σε μπορέσει...

Ικετεύεις
τα μικρά σου τα πάθη
που λες πως εσένα παιδεύουν
μα ποτέ δε σε λογικεύουν...

Αναμένεις
μια μέρα καινούρια
που σίγουρα τώρα ονειρεύεσαι
μα ακόμα δεν μπορείς να τη γεύεσαι!


Προσπάθησε και ζήσε!

Χάθηκε πια κάθε προσπάθεια
στο αγκομάχημα σαν προχωρούσες
κι έμεινες μέσα στην αμάθεια
για όλα εκείνα που ποθούσες.

Άφησες έτσι ατελείωτο ένα όνειρο
σε χρόνο λίγων δεύτερων λεπτών
και σε κρατήσαν εύκολα ως όμηρο
σε μήκη ολάκερων ετών.

Όταν η ώρα ήρθε του μοιραίου
εγύρισες αργά του ρολογιού τους δείκτες
και όσο έσταζε το χρώμα του ωραίου
πελάγωνες μες τις γνωστές τις νύχτες.

Σκληρή η τύχη για σένα, νεαρέ
μες το κορμί σου ξαναήρθε
με δε βαριέσαι, φίλε καλέ
μέσα σ' αυτό τουλάχιστον προσπάθησε και ζήσε!

Δευτέρα 7 Μαΐου 2012

Στο τζάμι με τα είδωλα




Στο τζάμι με τα είδωλα


- γνωστά και λατρεμένα -
καρφώνεται το μάτι
και κει μένει πιστό
χωρίς να φεύγει παραπέρα
- σε ό,τι άλλο το προκαλεί να στρίψει -

εκεί μένει πιστό
σε μία και μόνη λειτουργία

και χαίρεται ο ήλιος σα φωτίζει το γυαλί του
και μέσα από αυτό το τζάμι
τον βλέπει να βυθίζεται
μέσα στη μαύρη θάλασσα της νύχτας
παίρνοντας μαζί
το φόβο της ημέρας
κλείνοντας πίσω
της μοναξιάς την πόρτα

την ώρα κείνη
που η έλλειψη και η ανάγκη
παίρνουνε θέση στο γυαλί
μέσα από είδωλα
που ο ήλιος τα φωτίζει

- για λίγο -
μιας και το σκοτάδι θα τα σύρει
μες το μυαλό
και θα τα κάνει όνειρο
μ' αξία και δύναμη...

Κυριακή 6 Μαΐου 2012

Για σένα

Για σένα

θα... φτάσω
στα όριά μου,

θα... σπατασήσω
την καρδιά μου
μ' ένα κρασάκι!

Για σένα

θα... βγω

και θα... χορέψω,

και το κορμί μου θα... παιδέψω
μ' ένα συρτάκι!

Θα... βρω
να μπω στα όνειρά σου,
να σου χαϊδέψω τα μαλλιά σου
μ' ένα χτενάκι!
Να μη στερεύει η χαρά μου,
πάντα να σ' έχω δω κοντά μου,
σαν αεράκι!

Για σένα
μες τον κόσμο θα... χωθώ

και θα... φωνάξω
σ' αγαπώ
σαν το παιδάκι!

ΜΥΕΣ

Μ ήπως                                         
Ύ αινες                                          
Έ ρχονται
Σ υχνά,

Χ υμώντας
Ά πληστα,
Λ εηλατώντας
Α λύπητα,
Ρ ημάζοντας
Ω μά
Μ υαλά
Ε υαίσθητων
Ν έων,
Ο ιηματιών
Ι δανικών; 

Μ άλλον
Υ μάτια
Ε ύκολα
Σ χίζονται,

Α λλοιώνοντας
Π αράδοξα,
Α νεπανόρθωτα
Τ ρανές
Η μέρες
Μ εγαλείου,
Ε λευθέρου
Ν ου
Ο νειρεμένης
Ι σχύος!

Το ύστατο Αντίο

Τ ρέχει
Ο 

Υ πνοβάτης
Σ την
Τ εντωμένη
Α ντέννα
Τ ου
Ο νείρου,

Α ναπολώντας
Ν εαρές,
Τ ρελές,
Ι δανικές
Ο μοφωνίες !

Το καλοκαίρι ποτέ του δε σβήνει

Το καλοκαίρι τούτο δε θα λιώσει
γιατί έχει στα μάτια τη φωλιά,
μόνο ελπίδα στα νιάτα μας θα δώσει
στο στόμα μας θα δέσει με φιλιά.

Και τα καῑκια συνεχίζουν τ' αρμένια
στα νερά του γαλάζιου Αιγαίου,
και οι γέροι αφήνουν τα γένια
μες την αύρα αγέρα γενναίου.

Ένας γλάρος βουτά στον παρθένο βυθό
για να βρει την αιώνια γαλήνη,
κι αναδύεται από' κει παλικάρι ξανθό
που ζαλίζει τη γεμάτη σελήνη.

Μια κοπέλα ατενίζει το άπειρο
κι ένα αστέρι πετά χαμηλά,
για το πάθος που απομένει πια άκαιρο
έναν όρκο τραγουδά σιωπηλά.

Το καλοκαίρι τούτο δε θα λιώσει
γιατί έχει στα μάτια τη φωλιά,
μόνο ελπίδα στα νιάτα μας θα δώσει
στο στόμα μας θα δέσει με φιλιά.

Ένα παιχνίδι είναι η ζωή...

Μέχρι τα δέκα φτιάχναμε

βόλους στα χωματένια μονοπάτια
και με χαρά στολίζαμε τα παιδικά μας μάτια...

χαρτάκια πετούσαμε μες τους μεγάλους δρόμους
κι ένα αγνό ξαπόσταμα στους φιλικούς του ώμους.

Μέχρι τα είκοσι φτιάχναμε

πόλεμο στις σκοτεινές τις τρύπες
και μια ατέλειωτη πορεία στις πιο μεγάλες λύπες...

αμπάριζα στήναμε στις μακρινές αλάνες
κι ένα αφελές χαμόγελο στις κοντινές τις πλάνες.

Τώρα πια στα τριάντα παίζουμε

κρυφτό μες στα μεγάλα τα σαλόνια
και έναν κλεφτοπόλεμο πίσω από μεγάλα λόγια...

κυνηγητό στο πέρασμα του άκαρδου του χρόνου
και ένα κρύο ατένισμα του αδιάφορου του κόσμου.

Ένα παιχνίδι είναι η ζωή
και ο καθένας μας ένα παιδί...

χαρτάκια, αμπάριζα, κρυφτό
πόλεμος, βόλοι και κυνηγητό!

Σάββατο 5 Μαΐου 2012

Η συνάντηση

Μια πέτρα ασήκωτη
γίνηκε η ψυχή μου
και δεν μπορώ να μένω
να καρτερώ
την Ευτυχία
νά' ρθει μονάχη...

Βράχια βαριά
γίνηκαν τα φτερά της
και δεν μπορεί να μένει
κι αυτή ακίνητη
Εμένα
να πάω μονάχος...

Μα περπατά
ως το μακρύ ποτάμι
και τη ροή του τη χαζεύει
φτάνω κι εγώ
καβάλα
στο πράσινο το ψάρι...

Αλλάζω ρούχα
και μορφή
βάζω τα γιορτινά μου
και αγκαλιάζω
πια σφιχτά
τη μικρή βασίλισσά μου...

Κι αυτή
κλείνει τα μάτια της
πάνω απ' την καρδιά μου
και παίρνει
όψη και μορφή
μέσα απ' τη ματιά μου...

Και 'κεί
ο χρόνος σταματά
Εγώ σ' Αυτή
κι Αυτή σε Μένα
σφραγίζουμε τα έγγραφα
με αλλαγή στο αίμα!

ΕΠΙ...ΒΕΒΑΙΩΣΗ...ΑΓΑΠΗΣ

                                                      Έ στρωσε η γη πράσινο γεύμα
                                                      Π ρος τη ζωή
                                                   γ Ι α να της κάνει το τραπέζι
                                και τη χρυσή Β ροχή της χάρισε
                                        - να την Ε υχαριστήσει - 
                             και σήκωσε το Β άρος της ταφόπετρας
                          και η πομπή των Ά ψυχων σωμάτων
                                              τη σ Ι ωπή τους πέταξαν
                                   σαν ήρθε η Ώ ρα της ανάστασης
                                 με μια σειρά Σ χήματων ιερών
                                                  κι Η δονικές φωνές

                                                και Ά στραψαν τα μάτια τους
                                  και τα οστά Γ έμισαν σάρκες
                                      και το κρ Α νίο πνεύμα
                                   και η ψυχή Π νοή
                                     μία στιγμ Η'
                      πριν τη μετεμψύχω Σ η. 


Πέμπτη 3 Μαΐου 2012

Δίχως ρήματα

Μια ξάστερη νύχτα
στη λάμψη των άστρων
και των σωμάτων ο κόσμος
στης αγάπης το άναμμα.

Ο ανοιχτός δρόμος
στων παιδιών το τρέξιμο
και στων στόχων το στήσιμο
των γερανών το πέταγμα.

Ένα βλέμμα αγοριού
στον κόλπο του έρωτα
κι στης σελήνης το γέμισμα
του ονείρου το γύρισμα.

Του αγέρα οι στροφές
στ' ουρανού τα χωράφια
και στο στρώμα του πάθους
των λόγων το στήριγμα.

Σάββατο 28 Απριλίου 2012

Σ' ένα ρυθμό παράξενα αντίστροφο...

Όλα έχουνε πάρει ένα ρυθμό
παράξενα αντίστροφο...

Μες το σκοτάδι
δωροδότης πια μονάχα της Έλλειψης
κι ένας εχθρός στο κάθε βλέμμα
που μένει ωστόσο πιστό στο όραμα...

Μέσα στο φως
προσκυνητής μονάχα της Ευθύνης
και σύντροφος στην κάθε κίνηση
που μένει ωστόσο πιστή στη Μούσα...

Παρασκευή 16 Μαρτίου 2012

Κι ύστερα;

Μέσα όμως σε κείνο το λήθαργο
ψάχνω να' βρω τρόπους
να κινήσω τις ώρες τις αργόστροφες
που έχουν αδέλφι τον άνεμο
και τον αφήνουν
να φτάνει ψυχρός στο κρεβάτι μου
να παιδέψει το σώμα το έφηβο
που σαν ψάρι σπαρταράει έξω απ' το αλμυρό το νερό...

ένω ένα τσούρμο γυναίκες απλώνουν τα χέρια τους
και σα μάγισσες με ποτίζουν τα πικρά τους βοτάνια
και δε μ' αφήνουν
να χαρώ τη χαρά των ονείρων
να ζητήσω τη μοίρα
που κρατάνε ραμμένη
μες το ίδιο το σώμα μου.

Τελικά όλα είναι επικίνδυνα
- την ώρα -
που τα πουλιά μου σταματούν τα τρελά τους παιχνίδια
που η θάλασσά μου χάνει το γαλάζιο της χρώμα

κι ένα όνειρο πάλι φρικτό σκαλώνει στα βλέφαρα
και σιγά σιγά τρυπάει το μέτωπο,
για να βρει τη φωλιά στο μυαλό μου τ' αδύναμο
και να γεμίσει την ψυχή με τρόμο
για το "κι ύστερα;"

Τρίτη 6 Μαρτίου 2012

Από άλλη οπτική γωνία

Περιπλανιέμαι
ανάμεσα στα ρημαγμένα σπίτια του χωριού μου
που τα δάκρυα των χαμένων ψυχών τους
τα έχει πλημμυρίσει τώρα στη μοναξιά...

Κοντοστέκομαι
μπροστά στα άδεια θρανία ενός μισογκρεμισμένου σχολείου
που κράτησαν απολιθωμένη στην έδρα
τη φωνή του δασκάλου...

στη μέση μιας γέφυρας γεμάτη με κόκκινα μαραμένα ροδοπέταλα
που ρίχτηκαν στην κεφαλή μιας νύμφης
την ώρα που χρόνια πριν την πέταξαν στο βούλιαγκα...

Σταματώ
δίπλα στον ψηλό μαντρότοιχο του κήπου
που κάποτε έκρυβε τον ήλιο απ’ τα μάτια ενός παιδιού
κι ένιωθε ότι έχανε το όνειρο...
μέσα σε μια βάρκα χωρίς κουπιά...
χωρίς πανί...
χωρίς ελπίδα...

Δευτέρα 5 Μαρτίου 2012

Η παρήχηση ενός φόβου

http://users.ilei.sch.gr/vaspapadim/vassilis/timor.swf

Στήσαν σταυρούς
στο σταύρωμα και στόχους

Και κει κρέμασαν
τα κρίματα των κεκριμένων

Σαν τα πουλιά πετάξανε
και πάγωσαν στους πάγους

Και των κεχαρισμένων
ο χρόνος χαραμίστηκε.

Το βάσανο βούιζε βαριά
στο βήμα των βράχων

Και τρόμαξαν
τα τρεχαντήρια των τρελών

Σαν λάλησαν
τα λιανοτράγουδα του ήλιου

Και η ψυχή ψοφίμι,
δίχως ψίχα και ψιχάλα.

Ζαλίστηκαν τα ζάρια
απ’ το πολύ το ζόρισμα

Και το ξεροβόρι ρήμαξε
ξανά πάνω στην ξέρα

Όσες φωτιές κι αν φούντωσαν
μες’ τις φτωχές φωλιές

Το μέλι των μάγων
δε μούλιασε στα μάτια.

Νύχτα νανούρισε
του νου τα νάματα

Με γέλια γλεντήσαν
στο γύρισμα των γλάρων

Δώρο σαν δόθηκε
στου δειλινού το δρόμο

Για τους θνητούς
η θώλος της θαλάσσης.

Κυριακή 4 Μαρτίου 2012

Θυμάσαι;

Θυμάσαι
που σε μάθαινα να ζεις
τα μυστικά του δάσους;

να μην μπορείς να στερηθείς
τις πινελιές του πάθους...

Θυμάσαι
που σε δίδαξα πως να μασάς
των αθανάτων την τροφή;

και να τρελαίνεσαι να με κερνάς
με της ζωής σου την πνοή...

Θυμάσαι
που σου έμαθα να περπατάς
στου ουρανού τα μονοπάτια;

και να κοιτάς να σταματάς
μπρος μονάχα στα δικά μου μάτια...

Θυμάσαι
που σου έδειξα πως να φοράς
του έρωτά μας τα στολίδια;

και να ζητάς μονάχα να ξαπλώνεις
στης ηδονής μου τα στρωσίδια...

Μια μαγική νύχτα

(Στην Ευγενία)

Το φεγγάρι απόψε στο δρόμο
της δικής του της πλήρωσης
και δυο υπάρξεις αναμένουν
την ώρα της δικής τους εκπλήρωσης
σαν το αλκοόλ
ανοίγει τους δρόμους με υπονοούμενα
μα η κίνηση
των ματιών και των άκρων
αγγίζουν
απλά τα νοούμενα

Ένας κύκλος φωτός
γκρεμίζει γύρω των άλλων το λάθος
και δυο χέρια
πλαισιώνουν άλλα δυο με έντονο πάθος
τόσα λόγια
 απλώθηκαν για ανθρώπους που αγαπήσανε τόσο
στη ζωή τους
για φαντάσου που τους πόθησαν...
 πόσο;

Δεν υπάρχουν στο μυαλό τους
τα πεζά,
τα φρικτά
κι αναγκαία
μα ένας πόθος κρυφός
για μια ουσιαστική και ωραία παρέα
που θα πιάσει
τους χτύπους της αγνής της ψυχής
και θα φτάσει
ακόμα
και στο ρίγος της αισχρής
ηδονής

Έτσι μια φύση γυμνή
παραδίνεται μπρος σε μια άλλη
και το σκότος
μία πρόκληση
να ψάξεις μέσα στη ζάλη
σαν ο λόγος τραυλίζει
πρόστυχα
και στων δύο τα χείλια
κι αισθάνονται
το αίμα να ποτίζει
του ενός
και του άλλου
τα χέρια

Δεν είναι μια πράξη
τελικά αισχρή
αυτή της μυστικής επαφής
αλλά
είν' ένας ύμνος
ζωής
που περνά
απ' την αίσθηση της απλής επαφής
δεν είν' ένας
σεισμός που τραντάζει
απλώς
τα γυμνά τους τα μέλη
αλλά μία κυψέλη
ανθρωπιάς
που φροντίζει
πάντα
να σφύζει από μέλι

Είναι ήχος που πηδά
ζωηρά
απ' τη θύρα
του ιερού του τεμένους
και φέρνει αυτούς
σ' ένα κόσμο μαγικό
και τους δύο
ενωμένους
είν' ό τρόπος
να γνωρίσεις
της ανθρώπινης έγνοιας τους ρυθμούς
είναι
όμως
κι η στιγμή
που απολαμβάνεις τους ωραίους
τους χυμούς

Ένα σώμα,
μια ψυχή
και μια ισχύς
ενωμένα σφιχτά
πόσο υπέροχο
σαν στενάζουν
στο τέλειωμά τους
τόσο πνιχτά
και αφήνουν
τα μικρά περιστέρια τους
μπροστά να πετάξουν
και στης θάλασσας
τους ζεστούς παφλασμούς
 να μπουν
να λουφάξουν।

Σάββατο 3 Μαρτίου 2012

Ένας νέος


Ένας νέος
γυμνός
απ' τη μέση και πάνω

με τσιγάρου
καπνό
χτυπά τον αγέρα

κι αναδεύει
αναμνήσεις
με φτερά και ευχές

για στιγμές
που αιωρούνται
στην αιχμή της σελήνης

για καλό οιωνό
στης ρόδας το γύρισμα
για μιας άλλης ζωής το ισάδι...

Τετάρτη 29 Φεβρουαρίου 2012

Πρωϊνό ξύπνημα

Στον ήλιο που χαράζει
τη ρότα της ημέρας,
μια καλημέρα!

Ένα τσιγάρο είναι αρκετό
να βγάλει από μέσα μας
την ένταση πιο πέρα...

Τα μάτια κοίταξαν
και πάλι στον καθρέφτη,
έτσι κλεφτά!

Μια τούφα ακόμα στα μαλλιά
- αλίμονο - ντύθηκε
στα λευκά...

Μια σκέψη βρήκε τη δύναμη
και κίνησε την άκρη
της γραφίδας :

" Η αγάπη που αξίζει τελικά
κινείται έξω απ’ το δρόμο
της ελπίδας".

Τρίτη 28 Φεβρουαρίου 2012

Ευχαριστώ

Σου Χρωστώ Ένα Ευχαριστώ....για όλα!

Γιατί το
Σου
είναι αυτό που βρίσκεται δίπλα στο μου

Γιατί το
Χρωστώ
σημαίνει αισθάνομαι το όφελος κι όχι την οφειλή

Γιατί το
Ένα
σημαίνει κάτι το μοναδικό, άρα σπουδαίο

Γιατί το
Ευχαριστώ είναι η λέξη που δείχνει το μεγαλείο της ψυχής που ξέρει να αναγνωρίζει και να ανταποδίδει

για Όλα...
αυτά που φαίνονται ή και δεν φαίνονται!

Δευτέρα 27 Φεβρουαρίου 2012

Καταιγισμός ενεργειών

Άνοιξα ... τα μάτια και
Βγήκα ... από το όνειρο
Γύρισα ... το κεφάλι μέσ’ το σκοτάδι και
Δίπλωσα ... τα πόδια μου

Ελέγξα ... τη δύναμη που έχει το σώμα και
Ζύγισα ... την ισχύ της ψυχής
Ήρθα ... στο σήμερα με βαρύ το μυαλό και
Θρονιάστηκα ... για τα καλά στην άκρη του κρεβατιού

Ίσιωσα ... το ανάστημά μου στο σήκωμα και
Κρατήθηκα ... σε μία καρέκλα
Λούστηκα ... την υγρασία του δωματίου και
Μούλιασα ... το στεγνό μου λαρύγγι

Νανούρισα ... την κακή μου τη διάθεση και
Ξεγλίστρησα ... απ΄τον ιστό της αράχνης
Όπλισα ... το χέρι στο άπλωμά του και
Πέρασα ... στον αγέρα της θάλασσας

Ρούφηξα ... την αύρα της ηδονικής αυγής και
Στήριξα ... την υπαρξή μου με την πρώτη αχτίδα
Τράβηξα ... καλά τις κουρτίνες και
Υποκλίθηκα ... στη μαγεία της φύσης

Φώναξα ... δυνατά στων κυμάτων τη Μούσα και
Χόρεψα ... για λίγο με το βήμα γυμνό
Ψάχτηκα ... στου τζαμιού την ανάκλαση και
Ώθησα ...καθετί θετικό που μέσα κρατώ

Κυριακή 26 Φεβρουαρίου 2012

Ένα παράπονο




Ένα παράπονο σκαλώνει
στο μπερδεμένο μυαλό...

για κείνους που χαλάσαν τις φωλιές
για κείνους που στερήσαν τις φωνές
για κείνους που πληγώσαν τα πετάγματα...

Ένα παράπονο σκαλώνει
στη μαραμένη την ψυχή...

τώρα που νιώθω κι εγώ
σα χελιδόνι!

Παρασκευή 24 Φεβρουαρίου 2012

Μπροστά σε ένα λάθος





Ένας πίνακας
έσταξε τα χρώματά του στο πάτωμα
κι έμεινε πανί χωρίς ταξίδι,
αφού ο ζωγράφος πέθανε
και οι μπογιές παγώσαν.

Ένα άγαλμα
έχασε το δεξί του πόδι
κι απόμεινε πέτρα δίχως προορισμό,
αφού ο γλύπτης ξέχασε
του σμιλαριού την τέχνη.

Ένα δράμα
έχασε τον έναν υποκριτή
κι η δράση ξέμεινε από αντίδραση,
αφού ο ποιητής πια γέρασε
και σκέβρωσε κι η πέννα.

Η ζωή μας πια ολάκερη
Ένας πίνακας γυμνός
Ένα άγαλμα χωλό
Ένα δράμα αδιάφορο...

που αναμένουν νέους καλλιτέχνες!

Πέμπτη 23 Φεβρουαρίου 2012

Λίγος ο χρόνος

Έδωσα λίγο χρόνο και τον πήρα
σκέφτηκα για λίγο πώς σταματούν το αίμα της πληγής
κι αμέσως πάγωσε η εικόνα των ματιών σου...

Σκόρπισα λίγο χρόνο στο χαλί
κι ακούμπησα κεί πάνω τις στιγμές της άλογης θυσίας
κι αμέσως η μοναξιά μου γέλασε πικρά...

Ο λώρος δεν εκόπηκε και κινδυνεύω να χαθώ...

Κουράστηκε όμως
ο λίγος χρόνος που μου δόθηκε
και πήρε πίσω ό,τι χρωστούσα,
κείνη τη γλύκα του προσώπου
κείνο το σώμα που καμάρωνα μπρος στο καθρέφτη μου
κείνη την όμορφη στιγμή της νιότης।

γιατί ο νους σκαλώνει
κι ο πόνος γίνεται αβάσταχτος
σαν διαπιστώνει ό,τι το χρόνο τον χαράμισε

Τρίτη 21 Φεβρουαρίου 2012

Σε αιώνιο κελί




Είναι ήδη χαράματα...
στα χαλάσματα
κοντεύει ο δρόμος

στου κόσμου το κέντρο...
το δέντρο
που ανθίζει η μούχλα

Ο άνθρωπος με σχισμένα τα ρούχα
πού' χα
δει να μαζεύει σκουπίδια

κατεβαίνει με ορθό το κεφάλι
και οι άλλοι
του χτυπάν παλαμάκια।

Μια φωνή τους μιλά δυνατά...
μακριά
όμως αυτοί, δεν ακούνε

απομένει πνιχτό αναφιλητό
και στα δυό
την ανάσα του κόβει!

Μένει εν τέλει μέ μένα
και ραμμένα
της καρδιάς του τα φύλλα

στις παλάμες λίγο κόκκινο αίμα
κι ένα στέμμα
στο χώμα!

Τα χείλη δεν μπορούν να γελάσουν
να κεράσουν
δυο φιλιά δεν μπορούν!

Στο περήφανο μάτι
μ' ένα άτι
η απόγνωση ψάχνει να μπει...

να θρονιάσει εκεί
και εκεί
να χρονίσει

και μαζί της η λήθη
που τα πλήθη
κρατά σε αιώνιο κελί!

Πέμπτη 9 Φεβρουαρίου 2012

Στις ίδιες στοές

Στις ίδιες στοές γυρεύουμε τον ίσκιο μας
και σκοτεινιάζει το γέλιο
πίσω απ' τα αγάλματα
που ο ανδρισμός τους χάθηκε
την ώρα που οι βασιλείς φόρεσαν - και καλά -
σταυρό στο στέρνο...

Aλίμονο, όλο και περισσότερο
χαραμίζουμε το όνειρο και σε λίγο
- πολύ λίγο - η πύλη των τειχών
... θα μείνει δίχως φύλακα.

Oι εχθροί απλώς θα σπρώξουν...
αλλά κι αυτοί θα φοβηθούν
μπροστά σε όλα εκείνα τα κομμένα μέλη.

Παρασκευή 6 Ιανουαρίου 2012

Θα σε πάρω να φύγουμε

Θα σε πάρω να φύγουμε
σε νησί μακρινό
και θα ζήσουμε μόνοι μας
σ' ένα σπίτι μικρό।

Θα σου βάλω στα τζάμια
κουρτίνες λευκές
και θα ποσέχω στη ζωή μας
να μην υπάρχει λεκές।

Θα φυτέψω στον κήπο μας
κερασιές και μηλιές
και θα μαζεύω για σένα
τα λουλούδια αγκαλιές।

θα σου κάνω μια κούνια
να ξαπλώνεις στον ήλιο
και θα σου ψήνω στο φούρνο
γλυκές πίτες με μήλο।

Θα σου φιτάχνω καφέ
σε φλιτζάνι ψηλό
και θα σου δίνω στο στόμα
ένα φιλάκι κλεφτό।

Θα σε πηγαίνω μια βόλτα
στο μυστικό το λιμάνι
και θα σου γράφω στην άμμο
με το δικό μου μελάνι।

Θα περνάμε καλά
γιατί υπάρχει αγάπη
και θα κοιτάμε μπροστά
μακριά από λάθη।

Θα σε πάρω να φύγουμε
σε νησί μαγικό
και θα ζήσουμε όμορφα
γιατί αληθινά σ' αγαπώ...

Κενότης



Κενά μάτια που έχουν στραγγίζει
απο ένα δάκρυ καυτό...

Κενή αγκαλιά που σταλιάζει
για ένα ανύπαρκτο ανακάλεσμα...

Κενή ψυχή που πλαγιάζει
σ' ένα απροσδιόριστο συναίσθημα...

Κενός νους που χτυπιέται
σε μια ξεθωριασμένη σκέψη...

Κενή ολόκληρη η ύπαρξη - γερασμένη -
μπροστά σ' ένα αόρατο αστέρι...

Κενότης... παντού!

Η τελευταία παράσταση

(Σε αυτόν που φεύγει)

Λαμπάδες αναμμένες
με αναλόγως παράδοξη λάμψη

περιμένουν στο δικό τους ανάστημα
να εξέλθει το σβησμένο κερί
απ'την κύρια πόρτα...

Κι όταν φτάνει η ώρα εκείνη
που μακραίνει η πομπή
στη στερνή την οδό

κι όταν πίσω στο ψυχρό το τσιμέντο
σπάζει για τελευταία φορά
η λευκή πορσελάνη...

ούτε μία ψυχή δε κάνει τον κόπο
να αργήσει το δρόμο,
ούτε μια σκέψη δε σπαράζει
με τον ήχο της σπάσης...

Απαθής η παράλογη φύση του ανθρώπου
και πιστή μονάχα
στην εφήμερη θέση της...

Έτσι κι αλλιώς η φιέστα σε λίγο τελειώνει
και το κύριο φως
αντιμέτωπο μονάχα με το σκότος της λήθης!

Ψάχνω

Ψάχνω
εκείνο που' χα χάσει
και βρήκα...
τη μικρή νύχτα
που γυαλίζει τη θάλασσα σα λάδι,
την ύστερη λάμψη
που φωτίζει τα φανάρια των φάρων...

Ψάχνω
εκείνο που' χα βρει
κι έχασα...
τη μεγάλη μέρα
που τραγουδάει τραγούδια τρελά,
την πρώτη ηλιαχτίδα
που χρωματίζει με χρώματα χίλια .

Φωτογραφίες

Παλιές φωτογραφίες
- άσχημες -
βγαλμένες μες στους δρόμους
- παλιές φωτογραφίες - σκοτεινές -
κόρες του Άδη
με κινήσεις κρυφές
και με βήμα και φωνή
- παλιές φωτογραφίες -
δεμένες στο λαιμό,
κρεμασμένες πίσω μου...

Νέες φωτογραφίες
- όμορφες -
τραβηγμένες μες στη θάλασσα
- νέες φωτογραφίες - φωτεινές -
παιδιά του Ήλιου
με χέρια υψωμένα
και με βλέμμα και με ψυχή
- νέες φωτογραφίες -
κεντημένες στο στήθος,
ριζωμένες μέσα μου...

Τρίτη 3 Ιανουαρίου 2012

Έξω απ' τον εφιάλτη

Είχα ένα εφιάλτη
- χθες -
γεμάτο σώματα ξεφτιλισμένα
δοσμένα στον έρωτα
τον απερίσκεπτο
δίχως αισθήματα και πάθος...

Και δεν μπορώ να χειροκροτήσω τις κινήσεις τους
- τώρα -
στο ξύπνιο μου
δεν μπορώ άλλο πια...
να μυρίσω τον ιδρώτα τους!

" Έτοιμος για ταξίδι"




Η κίνηση στους δρόμους μεγάλη - όπως πάντα -
σήμερα ωστόσο όχι τόσο μεγάλη, όσο δύσκολη...

ζύγισα το κορμί μου για να μη φαίνονται τα περασμένα χρόνια που φορούσα κάτω απ' το παλτό μου και είχα καλά βαλμένο ένα καπέλο στο κεφάλι, για να μη φαίνονται τα άσπρα τα μαλλιά μου...
σιγά - σιγά πήρα το δρόμο, για να κατέβω στο λιμάνι -
στην πύλη κοντοστάθηκα...
ο αέρας της θάλασσας δριμύς - μου τσάκισε το πρόσωπο
άλλη φορά θα έκανα μεταβολή, να φύγω...
όμως καθόλου δε το σκέφτηκα σαν έβαζα νεανικές κινήσεις στο κορμί μου...

προχώρησα στο μόλο - πόσο μακρύς... απέραντος φαντάζει - πάντα έτσι ήταν;
καράβια στη σειρά - έτοιμα για να φύγουν...
κι εγώ μια μαργαρίτα αναζητούσα, για να διαλέξω το καράβι της φυγής μου
- όπως τότε - πολύ παλιά από τώρα... τότε που έπαιζα στα πέταλά της την αγάπη - ...

φτερούγισα μπρος το καράβι του ονείρου
- και το κορμί πήρε ορθή τη στάση, το χέρι αυθόρμητα πέταξε το καπέλο και τα μαλλιά - αν και λευκά - μπερδεύτηκαν μες τον αγέρα...
ένας χορός μπροστά σε κείνα τα καράβια, μία χαρά που δεν κοιτούσε πια τριγύρω...

ούτε που πρόσεξα τον νέο που στεκόταν παραπέρα
- νέος στο ανάστημα όπως κι εγώ, με το κορμί ωστόσο πιο στητό και τα μαλλιά του μαύρα...
κάπου είχε τρυπώσει στο μυαλό μου μια ανάμνηση,
μια περιπλάνηση μέσα στο νου μου μπερδεμένη...

μου' κανε νόημα...
κι εγώ πλησίασα...
έβαλα το αυτί μου στην καρδιά του κι άκουσα :
- Είσαι μεγάλος για καράβια και για θάλασσες।

σήκωσα το κεφάλι και γύρισα τα μάτια προς τη θάλασσα
- δεν ήθελα να δει τα μάτια μου να κλαίνε -
μέσα στην κόρη των ματιών μου τώρα πια η αντανάκλαση του μπλε και ένας γλάρος - φευγάτος...

μάζεψα το καπέλο μου, το σφήνωσα καλά πάλι σε κείνο το άσπρο το κεφάλι,
σήκωσα το γιακά απ' το παλτό μέχρι τα αυτιά μου
και γύρισα ξανά στο δρόμο για την πύλη...

- στα αυτιά μου βούιζαν ακόμα τα λόγια του νέου, του νέου που χανόταν μακριά με το δικό μου βήμα ανάμεσα σε εκείνα τα καράβια.

Παρασκευή 30 Δεκεμβρίου 2011

Μόνος

Σε ποιους χώρους
να απλώσω
τα ρούχα που ματώνουν;

Σε ποια στιγμή
να ξαλαφρώσω
την καρδιά που βαραίνει;

Μόνος
εγώ κι η μοναξιά μου πλάι
σ' αυτή την πορεία έξω από τα όρια μου

Μόνος
εγώ κι η φτώχεια μου κοντά μου
που όσο πάει και πλουτίζει!

Το κέντημα

Πέντε γυναίκες κέντησαν
εκείνο το σημείο
που η ζωή μου
αλλού ακουμπάει
και προσφέρεται στο τέλος της।

Σχεδόν θεϊκή μορφή
που τρέχει
πάνω στις μπερδεμένες παρηχήσεις του θανάτου
που αγγίζει τη ζεστή πνοή
σε κάθε γύρισμα
που τρέμει την κρύα ατμοόσφαιρα
στο άλλο
που απλώνεται σιγά σιγά
και καλύπτει τα πάντα...
ακόμα και τις σκέψεις
για πιο λευκοντυμένες χήρες...

Η άνεση... το όπλο μου!

Στη ζωή μου στερήθηκα τόσα πολλά!

Ακόμα κι αυτή τη στιγμή
είναι τόσο δύσκολο να το δεχτώ...
κι αδυνατώ να βρω τρόπους για ν' αποκτήσω τρόπους...

Μέσα μου μάχομαι
μ' εκείνους τους πολλούς εχθρούς
που ο καθένας κρατά στο χέρι του
ένα από 'κείνα τα πολλά!

Κι είναι τόσοι πολλοί
κι εγώ ακόμα τόσο αδύναμος και μικρός...

μόνο μ' ένα χαμόγελο για κάλυψη
μόνο με ένα βλέμμα για αλήθεια...

η άνεση... το όπλο μου!

Τετάρτη 28 Δεκεμβρίου 2011

Τι χα - ρά!

Μερικά βή - μα - τα
και βγήκε απ' τον κόσμο...
τι χα - ρά!
έγιναν τα δάκτυλα ένα παιχνίδι
και το σακάκι πετάχτηκε στον ήλιο!

Κι ήρθε και με βρήκε ανάσκελα
τι χα - ρά!
μέσα στα σύννεφα τα μάτια ένα παιχνίδι
και το κορμί μου χόρεψε στον άνεμο!

Στ' ανεπιθύμητα... με ανεκτίμητα

Μένοντας κάπου ανεπιθύμητα...

- κλείνω τα μάτια μου τα δυο
και μες το χρόνο τριγυρνώ

στους ήχους μέσα τους παλιούς
τους περασμένους τους αυλούς

πίσω στην πλάκα της αυλής
που' πεφτε κλάμα της βροχής

που κι ο κισσός σερνόταν ως την πόρτα
για να γευτεί τη ζηλευτή τη νότα

μέσα στις νύχτες τις πολλές
που' τανε κόκκινες κι αυτές

μέσα στο τρέμουλο στα άκρα
που' φερνε πάθος μες την σάρκα -

...έχοντας πλάι μου ωστόσο τα ανεκτίμητα...

Τότε...

Όλα γύρω έχουν μια ηρεμία...
τα μάτια μου όμως δύσκολα ν' ακολουθήσουν
τους άλλους στο μεσημεριανό ύπνο...
πετούν μέσα στο θάλαμο και ζητούν οράματα του τότε...
- πιστά στη θύμηση
- που σταματούν το χρόνο και ξεραίνουν τα χείλη
- που σε κάνουν να απλώνεις τα χέρια και να πιάνεις την Άνοιξη
- που σε κάνουν να βγάζεις τα ρούχα και να πέφτεις στη θάλασσα
- που σε κάνουν να αφήνεις τα πόδια γυμνά κι ας σου καίει τις πατούσες η κάψα του ήλιου

Το θέμα.... καταρρέει!

Τα πόδια τρέξανε - γυμνά -
στον καυτερό το δρόμο πάνω
σαν θέλησαν να βρουν τις σκέψεις,
να δουν έχσαν τα γιορτινά τους υποδήματα
- εκείνα τα μεγάλα τα κατακόκκινα παπούτσια -
που δόθηκαν μια μέρα - τυλιγμένα -
μες σε χαρτί πεσμένων φύλλων...

... και άρπαξαν στο πεζοδρόμιο το πρώτο
την άκρη μιας βιτρίνας
μα δάκρυσαν σαν είδαν στο γυαλί
τη γύμνια των δακτύλων।

Κι οι σκέψεις έμειναν βουβές
σαν το χαρτί δίχως μελάνι
και οι γραμμές χαμένες...

... το θέμα... καταρρέει!

Σάββατο 17 Δεκεμβρίου 2011

Μου αρκεί

Ανάβω τσιγάρο
κι έρχομαι δίπλα...
κορμιά σκορπισμένα τριγύρω,
μα εγώ δίχως γεύση...
ξαπλώνω στη μέση και μόνος
μακριά
- όχι απ' τον κόσμο,
αλλά από το ίδιο το σώμα μου...

Βουβός, σιωπηλός και ακίνητος
με τα κόκαλα κομμάτια που σπάζουν κι ακούγονται,
με μυαλό σαστισμένο στη χαρά που ματώνει,

αλλά κι ένα όνειρο που φτάνει με παρέα την ελπίδα...
.........................

Στου κλουβιού μου τον τοίχο χαράζω άλλη μία στιγμή
κι ηρεμώ,
και ας ήταν το όνειρο σύντομο!

Μου αρκεί που με βγάζει ψηλά στον ουρανό
- κι ακόμα πιο πάνω....

Δε φταίω εγώ!

Κι αν ξέμεινες στους πρόποδες
- δε φταίω εγώ -
αλλά εσύ που πούλησες
τις ακριβές σου μπότες...

Κι αν στάθηκες στο δρόμο
- δε φταίω εγώ -
αλλά εσύ που έχασες
της πόρτας το κλειδί...

Και αν ξεχάστηκες μέσα στον ύπνο
- δε φταίω εγώ -
αλλά εσύ δεν άκουσες
το χτύπο της καμπάνας...

Κι εγώ δε φταίω...
γιατί εγώ σου χάρισα τις ακριβές τις μπότες,
γιατί εγώ σου έδωσε εκείνο το κλειδί,
γιατί εγώ σου έμαθα το χτύπο της καμπάνας...

μα εσύ τα περιφρόνησες!

Στα δύσκολα

Ο χρόνος και πάλι στο κύριο μέρος του λόγου
- στα δύσκολα -
και πάλι στη μέση της γεμάτης σκηνής।

Τα χέρια πάλι ζαρωμένα δείχνουν την έλλειψη
- στα δύσκολα -
και πάλι κλαμένο το πρόσωπο δηλώνει το πάθος
- στα δύσκολα -

Τα λόγια πεζά δίχως αίμα, τυπικά εδώ και καιρό
- στα δύσκολα -
και μόνο πάλι μια λέξη αστέρι μέσα στο χάος
...ζωή।

Η ψυχή ωστόσο βρίσκει διέξοδο
γεμίζει, χορταίνει κι ουρλιάζει και πάλι
- στα δύσκολα -
πιάνει το βαθύ το νόημα κι η διάθεση αλλάζει
δεμένη σε κόμπο κοντά στην καρδιά
- ας είναι -

Άλλη μια φιάλη οξυγόνου
εδώ μέσα - στα δύσκολα - ...

Μπροστά στο μεσοτείχι

Κρύο στην αυλή με τις λιγοστές τις γλάστρες
λίγα και τα πράσινα φύλλα στα δένδρα του δρόμου,
ανάλαφρες εικόνες γυρνούν στη μνήμη
και παίζουν κρυφτό
μπροστά στο μεσοτείχι των ματιών μου...

Κρύο στο σπίτι με τα λιγόστα έπιπλα
λίγα και τα κόκκινα άνθη στα κλαδιά των ρόδων,
φοβισμένες φωνές γυρνούν στην καρδιά
και παίζουν κυνηγητό
μπροστά στο μεσοτείχι των χειλιών μου...

Άλλος ένας φόβος

Την ώρα που όλα χάνονται
μέσ' το σκοτάδι της γνωστής κάμαρας
και τα χιόνια που σκεπάζουν το συναίσθημα
γυαλίζει μπροστά στη γεμάτη σελήνη,

δύο μάτια μπροστά στον καθρέφτη
δεν μπορούν να σηκώσουν το βάρος
που φορτώνει στους ώμους η ταπεινή ηδονή!

Τότε κλείνουν αμέσως
και ελπίζουν η εικόνα να μείνει αόρατη,
και το σώμα σε θέση κυρτή
να περάσουν ανώδυνα
απ' το κεφάλι επάνω τα φτωχά τα οράματα,
μην ποτίσουν το μυαλό και χαθεί το αγνό παραμύθι.

Κυριακή 11 Δεκεμβρίου 2011

Μόνος


Το φως ημιθανές
και η πόρτα πάλι κρυώνει...
Η μέρα μόλις κοιμήθηκε
κι Εγώ στριμωγμένος στην πρώτη γωνία της।

Μόνος - εδώ και καιρό -
παίζω με τον μόνο φίλο που έχω - τον εαυτό μου
- τον βάζω απέναντι να κάνει τη σκιά πάνω στον τοίχο
- τον βλέπω να σκύβει και ν' ακολουθεί το μυρμήγκι μέχρι εκεί που στρίβει στο χάος
- τον ξαπλώνω στο κρεβάτι να ζεστάνει το στρώμα।

Η νύχτα έχει έρθει
κι Εγώ αγκαλιασμένος με την πρώτη αγωνία της।

Μόνος - εδώ και καιρό -
συνεχίζω να παίζω με τον μόνο φίλο που έχω - τον εαυτό μου...

Πώς τολμώ;




Στη μεγάλη λεωφόρο της ζωής...
πώς τολμώ να γυρίζω το βλέμμα
και να ψάχνω ταξίδια στα παλιά εμιράτα της νύχτας;
πώς τολμώ να οδηγώ το σώμα
εκεί που ποτέ του δε έμεινε σταθερό στην ιδέα;

Στη μεγάλη λεωφόρο της ζωής...
πώς τολμώ να ζητώ τη δροσιά μίας μπόρας που περνάει και χάνεται;
πώς τολμώ να ξεχνάω την ψυχή που έχει πια αγαπήσει...

το τύπο που περνάει κάθε στιγμή από μπροστά μου
με το μαύρο μακρύ του μαλλί
και το μαύρο παλτό!

Κορμί










Στο σκοτεινό στρώμα
κορμί από σκληρόδενδρο
και με πνοή ζεστή
κείτεται σκεπασμένο ως τα βλέφαρα
και με τα χέρια γαντζωμένα στα σεντόνια
δένει τα πόδια του
σφίγγει τα δόντια του
και φωνάζει στο φως που πλησιάζει
να φύγει।

Τώρα....

Στο σκοτεινό το στρώμα
κορμί από μαστίχα
και με πνοή ξερή
κοιμάται σκεπασμένο ως το λαιμό
και με τα χέρια χαλαρά
λύνει τα πόδια του
ξεσφίγγει τα δόντια του
και πέφτει στον κόσμο της ομίχλης
να γευτεί τη λάμψη που' είχε διώξει!

Άδικος κόπος




Έτρεξες στο στρώμα
με ορμή

ήθελες να βρεις - όσο πιο γρήγορα γινόταν -
το όνειρο που πλάγιαζε κοντά σου

και μες το νου σου άφησες
να τρέξει λίγος χρόνος
για να προλάβεις...
την ιδανική στιγμή
της ηδονής...

όμως δε βρήκες παρά
πόδια γυμνά και κρύα
και
μια πλάτη λευκή στραμμένη
προς τον ήλιο...

βρήκες το μάτι να γυρνάει μες το χώρο
σαν ηλίθιο
μιας και το όνειρο κάπου μες τα σεντόνια
μπλέχτηκε...

τελικά άδικος κόπος...

όλα καλά
μονάχα εκεί έξω
κι όλα χαμένα εκεί μέσα!

Δυνατός και μεγάλος ήρωας






















"Δυνατός και μεγάλος ήρωας"
με ιδανική φωνή έρχεσαι
στο σκοτάδι μέσα της νύχτας।

Έρχεσαι ζωντανός στις κινήσεις
θερμός στις σκέψεις...

και μαζί σου
όλες οι τύχες του κόσμου,
αυτές που κυνήγησες - λίγο
αυτές που κατέκτησες
αυτές που συχάθηκες...

- όλες μαζί σου
κάθε στιγμή που βγαίνουν οι γυμνολαίμηδες
και τραγουδάνε
και χορεύουν।

Έρχεσαι δάσκαλος στις κινήσεις του σώματος
κήρυκας στις σκέψεις του μυαλού
και φωνάζεις :
"Βάσταξε!...."

Σάββατο 10 Δεκεμβρίου 2011

Χαμόγελα γλυκά




Χαμόγελα γλυκά
στα τρυγημένα κλήματα...

καρδιά γεμάτη τόλμη, δύναμη κι αγάπη
ακόμα και για κείνους που χαλούσαν τη σειρά
- ακόμα και για κείνους -

μέσα σε μια ψυχή που δε ζήτησε ποτέ της
κανέναν να πληγώσει
μα να χαρεί μονάχα θέλησε τη μεθυσμένη νίκη της
- μονάχα -

Σε θυμήθηκα!




Σαν πήρα
το άσπρο το δελφίνι

και πέρασα
στην από εκεί την όχθη

- γεμάτος αγριολούλουδα στα χέρια

κομμένα από τον κήπο των ονείρων μου -

σε θυμήθηκα!

Στο "γύρω γύρω"





Στο "γύρω γύρω" των γυμνών δοκών
όλα μαραζώνουν
σαν τα μαγαζιά της Κυριακής
μπροστά στο ανύπαρκτο ωράριο।

Στο "γύρω γύρω" των γυμνών δοκών
όλα ερημώνουν
σαν τις χαρές τις παιδικές
μπροστά στον ερχομό του κρύου।

Στο "γύρω γύρω" των γυμνών δοκών
όλα νεκρώνουν
σαν την καρδιά των λουλουδιών
μπρος το βασίλεμα του ήλιου।

Και πάντα στο "γύρω γύρω" των γυμνών δοκών

κάθε κόκκος και μια θύελλα
κάθε σπυρί μια πείνα!

Η σύγχυση


















Και πάλι οι Ώρες μπροστά μου
χορεύουν προκλητικά
με τις γλυκιές τους τις κόρες αντάμα
που' χουν τα στήθια γυμνά!

- Τραγικής ειρωνείας σκηνή
που κυλά σ' εποχή λανθαμένη
και προσφέρει μόνο σύγχυση -

μιας και δυστυχώς μακριά
και κοντά μοναχά κοράκων φωνές
και η βέργα να τσούζει τα αυτιά μου!