ΣΥΛΛΟΓΕΣ

Κυριακή 4 Απριλίου 2010

Γιατί κοιτάζω τη θάλασσα;


Δεν με ενοχλεί
να με αφήνεις
με τις ώρες
να βλέπω τη θάλασσα
...

Αλλά με ενοχλεί
όταν μετά από αυτές τις ώρες
με ρωτάς
γιατί την κοιτάζω
...

Δευτέρα 29 Μαρτίου 2010

Κι εγώ διαβάζω...

Μεσημέρι

τα κορμιά έχουν γεμίσει τα στρώματα
- στάσεις διάφορες
εκφράσεις ποικίλες
κι η ανακούφιση κοινή -

Το μεσημέρι επιμένει...

κάποια κορμιά ετοιμάζονται να πηδήξουν τα σύρματα
άλλα πάλι ζητάνε λίγη δροσιά σε κάποιον ίσκιο

κι εγώ διαβάζω...

Το μεσημέρι ακόμα επιμένει...

κάποια κορμιά είναι καρφωμένα πάνω στα σύρματα
κάποια άλλα καμένα κάτω απ'τον ήλιο

κι εγώ διαβάζω...

Το μεσημέρι απόκαμε μα...

όλοι πια στην ίδια στάση,
στην ίδια έκφραση
και στην ίδια κοινή ζωή

κι εγώ διαβάζω!

Κυριακή 28 Μαρτίου 2010

ένα βουνό κι ο ωκεανός.... μαζί

Στην άκρη του διαδρόμου έφτασε,
με στήριγμα του φεγγαριού το φέγγος
και με τραγούδια της σελλήνης
το φόβο να διαλύει...

κι έμεινε εκεί
καθάριες οι αυλές τριγύρω
καθάρια και η όψη δίχως ρήγματα...

το φως της πόρτας μια χαραμάδα
μα πίσω απ'αυτή μια σειρά
στρωμένα πλούσια τραπέζια...

μνήμη οικεία δροσερή
ψηλά μέσ' την ομίχλη
μακριά από τον όχλο των πεζών
μακριά από τη λύπη...

μπαίνει δειλά
η Άνοιξη μη σπάσει τα κλαδιά της
να μην ξεσπάσει η σκουριά στα σκέλια...

το σπάραγμα να' ναι γλυκό
κι ο τοίχος τυχερός με τη σκιά του
το ζάλισμα γνωστό
το χάδι το μοιραίο
το λούφασμα στον ήχο της καρδιάς...

και το μαχαίρι μακριά
να μη γυρίσει στα πλευρά

τα βλέφαρα να μη βρεθούν μπρος στο κλειδί

κι η σάλα μη γεμίσει με σκόνη κόκκινη...

ένα βουνό κι ο ωκεανός.... μαζί

Ένα "άλογο"¨ ... ον




Φτωχό πουλάρι φάνηκε
σε σταύλο άθλιο
με ψεύτικο σανό στο στόμα...

μα γέννηκε σιγά σιγά
άτι ατίθασο
τη μαύρη χαίτη να σηκώνει
και με τα μπρος τα πόδια στον αγέρα
τους άξιους στο χώμα να πετά
και σαν τους ρίχνει
κάτω να τους πατά στην άδικη την πτώση - π' ονομάζω!
και με τα μάτια κόκκινα
και με τα δόντια έκδηλα
και τη φωνή αγρία.

Το πάμφτωχο το άγολο
ποτέ δε το κατάλαβε
ετούτο το κομμάτι της ζωής του
του πέρνουνε τα σιδερένια πέταλα
και τα πλουμίδια από τη σέλα
και το αμάξι του μακριά
με όλο το χρυσάφι μέσα.

Έτσι φτωχό θε να γερνά
μεσ' τον υγρό του σταύλο
στο όνειρό του συνεχώς
να τρέφει την πρωτιά του
που τελικά ποτέ δεν κέρδισε σε δίκαιους αγώνες - 'πως φαίνεται...

Οι μόνες που του στέκονται
κάτι βρωμιάρες μύγες!

Κυριακή 21 Μαρτίου 2010

Το πάθος της φύσης

Τα φύλλα των δένδρων
κινούνται αδύναμα
στον τρελό αγέρα
κι ο ήλιος
τσακίζει τους πάγους
στις κορυφές τις ανόητες.

Λυγίζουν τα άκρα,
οι λίμνες φωνάζουν
τη δική τους λύτρωση
απ’ το στρώμα το μαύρο
που γλείφει τις όχθες τους.

Κι όλη η φύση
πάσχει απ’ τη φύση της
και οι ελπίδες μικρές
για λίγο αγιόκλημα.

Κι όλη η φύση
πονά τη δική της μορφή
κι οι ευχές λιγοστές
για μια πασχαλιά.

Τετάρτη 3 Μαρτίου 2010

Η χαμένη αχτίδα

Στο κατάστρωμα του πλοίου που με ταξίδευε άνοιξα το μαύρο μου πουκάμισο κι είδα
ότι μέσα στη λάκα του λαιμού μου βρισκόταν μια αχτίδα.

Απόρησα... μα αμέσως τη ρώτησα πώς βρέθηκε κεί πέρα.

Κι αυτή μου απάντησε :
« Σαν ξεκίνησα από εκεί ψηλά, έβαλα στόχο τα μάτια σου.
Και κατέβαινα όλο χαρά ότι εκεί θα ζήσω για πάντα.
Όμως μόλις έφτασα κοντά σου δυστυχώς κάποιος σε φώναξε.
Γύρισες το κεφάλι σου κι εγώ καρφώθηκα στα μαλλιά σου.
Μπλέχτηκα για τα καλά και μάταιος ο αγώνας μου να βγω στον κρόταφό σου.
Εκεί που ίσως με ένα χτύπημα να μπορούσες να με δεις.
Αγωνίστηκα πολύ,μα δε τα κατάφερα.
Ταλαιπωρήθηκα πολύ κι αποκοιμήθηκα.
Όταν ξύπνησα,δεν ήμουν στα μαλλιά σου!»

[ Τότε άστραψε ο νους μου από τη θύμηση της μέρας εκείνης.
Τη θέρμη της αχτίδας την είχα νιώσει…
Ναι ήταν λίγα εκατοστά πιο εκεί.
Μα που να ήξερα…
Μια θέρμη που το άλλο πρωί σαν χτένισα τα μαλλιά μου κύλησε στο σβέρκο μου.
Και από εκεί την ένιωσα να μπαίνει στο κορμί μου και να καρφώνεται στην κλείδα της ωμοπλάτης μου.
Χρόνια πολλά το ένιωθα αυτό το κάψιμο….
Μα κανείς δεν μπόρεσε ποτέ να μου πει τι ήταν.
Κανείς δεν αναρωτήθηκε για το μελαγχολικό μου βλέμμα,
Κανείς δεν απόρησε για το σκοτεινό μου πρόσωπο,
Κανείς δεν θέλησε…» ]

Κάποια στιγμή όμως ένιωσα την αχτίδα να ταράζεται.
Την έβλεπα να πάλλεται και να προσπαθεί να σκαρφαλώσει στο μάγουλό μου.
Δεν έδωσα καμιά σημασία και συνέχισα να μιλώ…

«… Σιγά σιγά σκούρα χρώματα έβαψαν για πολλά χρόνια τα βαριά ενδύματά μου
και κάλυψαν το σώμα μου στιγμές πολλές προσφέροντάς μου γι’ απόλαυση την κάψα
που άφηνε η αιχμάλωτη αχτίδα μέσα μου.
Κι εκεί μέσα έμεναν κλειδωμένα όλα εκείνα που μου είχε δώσει ο Θεός για δώρα.
Έμειναν εκεί για χρόνο πολύ κι έχασαν κι αυτά σιγά σιγά τη δύναμή τους.
Μαζί τους κι εγώ ζούσα την αλήθεια ενός ψέματος.
Κι έτσι έμαθα να ζω και να πορεύομαι… Και νόμιζα ότι όλα καλώς πηγαίνουν…»

Εκείνη όμως όσο μιλούσα, πιανόταν από τα γένια μου και ανέβαινε.
Την ένιωθα τώρα να καίει στο μάγουλό μου.
Σταμάτησα να μιλάω κι έμεινα να κοιτάζω το δικό της ταξίδι.
Σιγά σιγά την ένιωθα όλο και να ανεβαίνει.
Αργά, αργά…
Δε μιλούσα σε κανέναν, δεν πρόσεχα κανέναν, δεν απαντούσα σε κανέναν…..
Το μυαλό μου πια ήταν στραμμένο μόνο σ’ εκείνη την αχτίδα που τόσο άδικα είχε χάσει το δρόμο της.
Κι ο χρόνος κυλούσε… Αργά, αλλά σταθερά. Μερόνυχτα, χωρίς φαί, χωρίς νερό.
Εκεί πάνω στο κατάστωμα του καραβιού που με ταξίδευε.
Ήθελα να γυρίσω το χρόνο πίσω... τη στιγμή εκείνη που ο Θεός έστελνε τις αχτίδες της ζωής…
Κι εκείνη την έβλεπα ότι έλαμπε όλο και πιο πολύ.
Την ένιωθα σίγουρη ότι τώρα πια δεν θα έχανε το δρόμο.

« Λίγο ακόμα….» Μου είπε κάποιο πρωί.

Ναι το έβλεπα κι εγώ. Το ταξίδι τελείωνε…
Όλοι οι επιβάτες ήδη βρίσκονταν στο κατάστρωμα.
Ήταν γύρω μου με τα μπαγάζια τους έτοιμοι για αποβίβαση.
Φιγούρες ανθρώπων που δεν μπορούσα να τους δω καλά.
Θολά πρόσωπα, Σκοτεινά κορμιά… Δεν μπορούσα να δω τίποτα άλλο…

Κι εγώ στην αγωνία μου… « Άραγε θα προλάβει;»
Βάλθηκα να κουνάω τα βλέφαρά μου, για να βοηθήσω την αχτίδα να φτάσει.
Κι εκείνη χοροπηδούσε όλο και πιο ψηλά…
Μια κάψα άγγιξε την άκρη του ματιού μου,εκεί ακριβώς που σκάει το δάκρυ.

« Όχι Θεέ μου, τώρα. Δε θέλω να κλάψω τώρα…»
Ο φόβος μου, μήπως και κάψω την αχτίδα με έκανε να ιδρώνω ολόκληρος.
Σκούπιζα συνεχώς το μέτωπό μου και ρουφούσα τη μύτη μου.
Κατάπινα το σάλιο μου και προσπαθούσα να χωνεύω τον ιδρώτα μου.

Και ξαφνικά… Το βλέμμα άλλαξε, η κόρη του ματιού μου γέμισε χρώματα.
Αναγνώρισε την αλήθεια του ψέματος, μα δε της μίλησε, ούτε της παραπονέθηκε.
Ούτε με το Θεό τα έβαλε.

Είπε στα βλέφαρα να κλείσουν κι άρχισε να ζει!

Σάββατο 6 Φεβρουαρίου 2010

Τι λες;

(Στο Βάϊο)

Κάθεσαι απέναντι
μέσα στο κέρινο σκοτάδι
με μάτια που γυαλίζουν
από το τσίπουρο
μα η ψυχή σου λάδι.

Και δε μιλάς
με λόγια από το στόμα
μα η ματιά το βάσανο παιδεύει
και δείχνει στο μυαλό
το δρόμο για τη λύση.

Σκέφτεσαι την αγάπη
αν είναι τόσο δυνατή
καθώς το ένα βλέφαρο
ζητά να μάθει
σαν σκύβει και καλύπτει
τη ζαλισμένη του την κόρη.

Ψάχνεις τους τοίχους
κι η αγωνία σου γίνεται σκιά
ένα άγγιγμα θα ήταν πράγματι μαγεία
τώρα που έχεις μείνει μόνος δίχως κείνη.

Τι λες;
θα έρθει απόψε η νεράιδα;
θα σου χαϊδέψει τα μαλλιά;
θα σου μίλησει για το θαύμα;
ή θα σ' αφήσει να χτυπάς
με τ' όνειρο την νύχτα;

Τρίτη 26 Ιανουαρίου 2010

Κάποιο καλοκαίρι

Τα καλοκαίρια δεν προδίδουν τους οπαδούς τους. Αισθάνονται ευγνωμοσύνη για την πίστη τους και δεν τους αφήνουν γυμνούς στις παραλίες κλέβοντάς τους το φως του ήλιου.
Ένα τέτοιο καλοκαίρι θυμάμαι κι εγώ. Ένα καλοκαίρι παθιασμένο, ερωτικό, πρωτόγνωρο...
Ήταν τότε που τα μαλλιά μου έπαιρναν χρώμα χρυσαφί κάτω από τον ήλιο και χρώμα άλικο κάτω από το φεγγάρι. Εκείνο το πελώριο αυγουστιάτικο φεγγάρι που με μετέφερε με τον δικό του μοναδικό και σιωπηλό τρόπο στα σεντόνια της γυμνής αλήθειας, όπου τα σώματα δεν είναι αρκετά για να τα γεμίσουν, αλλά απαιτείται η ψυχή και το φτερούγισμά της. Το φτερούγισμα που ένιωσα καθώς χανόμουν μέσα στο βλέμμα εκείνης της αιθέριας παρουσίας που εμφανίστηκε μπροστά μου σαν πυγολαμπίδα και φώτισε με ρυθμό και ηδονή το σκοτάδι. Σιγά σιγά το πέρασμά της ήταν και πιο έντονο, η προσέγγιση πιο ισχυρή και τέλος η εισβολή της εκρηκτική...

Το πλέξιμο των ποδιών μας κάτω από το μικρό στρογγυλό τραπέζι έδιναν τις πρώτες διακριτικές προσκλήσεις, τις πρώτες δειλές υποσχέσεις αληθινής απόδρασης, ενώ το ολοστρόγγυλο φεγγάρι του Αυγούστου συνέχισε να προσφέρει την καθαρότητά του και την πληρότητά του. Τα μάτια μας είχαν ποτιστεί από την αγνότητά του και πρόφεραν με τέλεια άρθρωση τα συναισθήματα της ψυχής, αλλά και τις επιθυμίες της σάρκας μας. Το καλοκαίρι αυτό άρχισε να δείχνει το αληθινό του πρόσωπο. Ήθελε να δώσει την ευκαιρία για τη δημιουργία μιας αλήθειας. Ήθελε ωστόσο δύναμη το πρώτο άγγιγμα, το πρώτο πιάσιμο της παλάμης από την άλλη παλάμη που απεγνωσμένα προσπαθούσε να φτάσει στο τέλειο άγγιγμα. Ήταν αληθινός ο πόθος της αναζήτησης στη μυστήρια χούφτα της. Ήταν όμως και οι εμμονές του μυαλού που μου άνοιγαν μπρος μου άλλες σκηνές, άλλες σκιές...
Η παλάμη εκείνη όμως δεν ήταν μια κοινή παλάμη. Ήταν ολόκληρος ο κόσμος της που με σιγουριά με άφηνε να τον γνωρίσω. Ήταν πανέμορφη εκείνη η αίσθηση της ψιλάφισης. Ίσως γιατί το είχα ονειρευτεί πολλές φορές. Ένιωθα ότι εκείνο το καλοκαίρι μου έδινε την ευκαιρία να πιστέψω στη δύναμή μου. Χρόνια ολάκερα έβλεπα τη ζωή μου να χάνεται και μαζί της να παρασέρνει ανώφελα την παιδικότητά του, τη νεότητά μου να ρουφάει...
Πάνε οι σκιές, βούτηξαν μέσα στα κύματα και μόνο το φεγγάρι - εκείνο το αυγουστιάτικο φεγγάρι - είχε μείνει στην επιφάνεια της θάλασσας να κολυμπά ανάλαφρα. Πέταξα τα παπούτσια μου και άφησα τους πατούσες μου να περπατήσουν στα υγρά τα φύκια. Ξάπλωσα μαζί της στα ζεστά ακόμα βότσαλα και έκλεισα τα μάτια. προχωρούσα σιγά σιγά στη μύηση που ήθελα να φτάσω. Προχωρούσα ορμητικά σαν ακυβέρνητο καράβι, παραδομένο σε ταξίδι μυστήριο καθώς ένιωθα τα κύματα των δακτύλων της να χώνονται μέσα στα μακριά μαλλιά μου και να τα λούζουν με μια παράξενη ηοδή. Χαιρόμουν κάθε πίεση του αντίχειρά της στο σημείο που ο αυχένας σχηματίζει το βαθύ του αυλάκι και γίνεται διάδρομος για το γλυκό ανατρίχιασμα που θέλει να ποτίσει ολόκληρο το σώμα. Όμορφες και οι παραισθήσεις μου. Ο κόσμος μέσα μου έμοιαζε πια φιλικός, γιατί εκείνη τη στιγμή κάθε της άγγιγμα, κάθε στοργικό χάδι αφαιρούσε από τη μνήμη μου κάθε άλλη σκιά που με είχε πληγώσει...

Ο αγέρας είχε πια γαληνέψει τη φύση μας. Οι δρόμοι πια ήταν φωτεινοί κι απέραντοι. Ο χώρος ανυπόκριτος και ο χρόνος ανύπαρκτος. Τα μάτια εκεί μα οι κόρες τους γυρισμένες ανάποδα. Τα τυφλά πρόσωπα έλεγχαν τα πάντα με τη δύναμη της ανάσας που έβγαινε από τα ρουθούνια. Προσεχτικά τα χείλη διέσχιζαν τον αέρα και πάντα με την όσφρηση για οδηγό τους κατάφερα να έρθουν στην πρώτη τους επαφή. Έτσι τυφλά παρέμειναν και απολάμβαναν για ώρα την απαλότητα που έβγαινε από μέσα τους. Ένας νέος κόσμος εικόνων παρουιάστηκε στον καθαρό ουρανό. Ένα στρώμα αφρού που σε περίμενε να πέσεις από πολύ ψηλά σαν χορευτής, σαν ακροβάτης που αφήνει ελεύθερα τα χέρια του και είναι έτοιμο να χαράξει πορείες προς κάθε μεριά του ορίζοντα. Το καλοκαίρι συνέχιζε να είναι εκεί. Τα πρόσωπα συνέχιζαν να χορεύουν εκείνο το μαγικό χορό, τον ελεύθερο που σιγά σιγά απλωνόταν στα γυμνά σώματα. Το πάθος βρήκε διέξοδο στα χέρια και ένα δάκτυλο έγινε παιχνίδι μες στα χείλη. Το στόμα της πιπίλιζε την άκρη του δακτύλου μου λες και σε εκείνο το σημείο είχε βρεθεί η μυστική πηγή απ' όπου θα επακολουθούσε η επιβεβλημένη αφυδάτωση του κορμιού μου και η παράδοσή μου στις άγριες επιθυμίες της φύσης της. Γιατί είναι αλήθεια... όλα υπαγορεύονται από τη φύση και μόνο κάποιες αναστολές παραμορφωμένων ανθρώπων μάς κρατούν μακριά από την αλήθεια μας. Η ζωή μας σκοτώνεται από τους τύπους, δολοφονείται από τις συμβάσεις και τις υποκρισίες. κανείς δεν μπορεί να καταλάβει ή δε θέλει να καταλάβει... το καλοκαίρι θέλει χρώματα ζωντανά στα ρούχα, αλλά και χρώματα φωτεινά στα μάτια και στην ψυχή... θέλει δύναμη στα οστά των ανθρώπων, θέλει θέρμη στο αίμα... διαφορετικά το σώμα σαπίζει.

Η νύχτα γινόταν η βάση της εξαίρετης πράξης, καθώς κάθε κύτταρό μου έπαιρνε ζωή από τη ζεστή της ανάσα και κάθε κύτταρό της έπαιρνε ζωή απ'τη δική μου. Εκεί ανάμεσα στα φύκια, κοντά στο σκάσιμο του κύματος γεννήθηκε ένα πλάσμα που η θάλασσα το δέχτηκε με μεγάλη χαρά.

Εκείνο το καλοκαίρι δε μας πρόδωσε, γιατί πιστέψαμε στη δύναμή του, το πήραμε στα χέρια μας, το αγκαλιάσαμε κι εκείνο μας κέρασε με το δώρο της λύτρωσης!

Κυριακή 24 Ιανουαρίου 2010

Η λήθη

Πάντα κοντά στο συρματόπλεγμα

θα ζητώ την ευκαιρία,
την αφορμή για να πηδήσω...

αφού εδώ που κλείστηκα
μόνη μου απόλαυση η λήθη,

οι μέρες που σβήνουν απ'τη μνήμη μου
κι η ηδονή που στέγνωσε
πάνω σε τούτα τα μουντά τα σεντόνια.

Στο γύρισμα του φεγγαριού




Μέσα στους δρόμους
γυρίζουν τα πόδια γυμνά
και δεν βρίσκουν στην άκρη τους
λίγη φροντίδα,
τα σοκάκια της σκέψης μου
μένουν βουβά
τα παιδιά που τα τρέχανε
πάλι δεν είδα.

Ένας σπίνος μικρός
ζαλίζει μια βιόλα
μες το κόκκινο χρώμα της
ζητάει να μπει,
στων χεριών τα σκοτάδια
χαθήκανε όλα
σαν ο χρόνος στενεύει
δίχως να' χει πνοή.

Στον καυτό τον αγέρα
πετάει ένα στάχυ
και σκορπίζονται οι σπόροι
στην κόκκινη γη,
τα στερνά μου τα όνειρα
γίνανε στάχτη
δε γεμίζουν τα μάτια μου
μ' άλλη ψυχή.

Την νύχτα ανασταίνεται
όμως μια φωνή
κι η σελήνη μαζεύει
τα μικρά της αστέρια,
απ' τη θάλασσα βγαίνει
μια νέα ζωή
θα κρεμάσει στους ώμους μου
δύο όμορφα χέρια.

θε' να βρουν μια φροντίδα
τα γυμνά μου τα πόδια
και στο κόκκινο θα' βρει
καταφύγιο ο σπίνος,
το χρυσό μας το στάχυ
θα ξανάβρει τ' αλώνι
κι η σελήνη στα ουράνια
θε να λάμψει σαν κρίνος.

Τα σοκάκια της σκέψης μου
θα γεμίσουν πάλι παιδιά
θα βραχούνε τα χέρια
με ολόφρεσκο νάμα,
στ' όνειρό μου θ' ανθίσει
μια αιώνια ματιά
και στους ώμους θ' αράξεις
δίχως άλλο πια κλάμα.

Κυριακή 10 Ιανουαρίου 2010

E... K... T... O... Σ...

Έ...να όνειρο διπλωμένο και ριγμένο στα συρτάρια της ζήσης
δίχως λίγο ήλιο χρισμένο τη στιγμή της μοιραίας της δύσης.

Κ...αι το στρώμα γυμνό και χαμένο στο δρόμο της ευκολίας
δίχως λίγο σεντόνι λευκό τη ώρα της καθ' αγγελίας.

Τ...ο δάκρυ κι αυτό πετρωμένο στ'αγγίγματα της μυστήριας κλήσης
δίχως λίγο λόγο γλυκό στην ολοκλήρωση της γρήγορης πτήσης.

Ό...πλο όμως παραμένει οργισμένο στα ρινίσματα του αιώνιου λάθους
δίχως όμως βόλι κανένα στα πλευρά του άτιμου πάθους.

Σ...τίγμα με τέλειο τρόπο δεμένο στη σάρκα της αδύναμης φύσης
δίχως μάλιστα σθένος για να βρει την ευκαιρία μιας λύσης.

Τετάρτη 6 Ιανουαρίου 2010

A...Π...Ω...Λ...Ε...Ι...Α...

Α - φού είναι περασμένη η ώρα της εισόδου και μετρημένα τα εισιτήρια της παράστασης

Π - άλι μονάχα τις ατελείς χρωματιστές φωτογραφίες κοιτάζεις στο πρόγραμμα

Ω - στε η επιθυμία της θέασης να εξαφανίζεται. άραγε οριστικά;

Λ - ίγες τελικά οι σειρές στην πλατεία μετά το χθεσινό φιάσκο της πρεμιέρας

Ε - κεί μόνο λίγοι κι οι πεζοί θεατές που θέλουν να λαδώσουν λίγο το μάτι τους

Ι - σως ελπίζοντας σε μια πρόσκληση ν' ανεβούν κι αυτοί στο πατάρι της τριμμένης σκηνής.

Α - λλά κι εσύ μην προβάλεις φτηνές δικαιολογίες, αφού και για σένα είναι ... ΑΠΩΛΕΙΑ.

Δευτέρα 4 Ιανουαρίου 2010

ΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑ...ΑΘΩΟΣ

Αντικρίζοντας τη Θεία Δίκη
κι
Ανασκουμπώνοντας τα βαριά μου στοιχεία,

Αναιρώντας την τυπικότητα των ιεραρχιών
κι
Απορρίπτοντας τη μυθοποίηση των αξιών,

Ανατινάζοντας τη σεμνότητα των ιδεών
κι
Αντικρούοντας τις υποκρισίες των μαρτυριών,

Ανακρίνοντας τις σκιές του παρελθόντος
κι
Αποκαλύπτοντας τη λεπτότητα των υποθέσεων,

Αποβλέποντας την πλήρη δικαίωσή μου
κι
Αναμένοντας την καταδίκη των ιπποτών,

Αναφωνώ τη μονολεκτική απολογία μου :

Αθώος!

Κυριακή 3 Ιανουαρίου 2010

Π...ό...ν...ο...ς

Π άγος με έλουσε,
σαν η φύση πληγώθηκε
και το στόμα σαν έγειρε
να φιλήσει το χώμα το βρόμικο.

Ό νειρα μ'άφησαν,
σαν η μέρα εφάνηκε
κι οι φωνές των τελάληδων
μου προσφέραν ειδήσεις φτηνές.

Ν ταούλια με κύκλωσαν,
σαν η κοροϊδία γελούσε
και μου φόρεσε κόκκινο ρούχο
να τιμήσει τον νου μου την ηλίθιο.

Ό ρκοι μ' απάτησαν,
σαν τα μάτια δε δάκρυσαν
μα γυρίσαν αλλού
και το "παν" περιφρόνησαν.

Σ άλπιγγες με συνόδευσαν
σαν η νίκη πλανήθηκε
και το εγώ πάλι πίσω στάθηκε
απ' αυτό το συναίσθημα.

Λ...Α...Τ...Ρ...Ε...Ι...Α...





















Λουλούδια φυτεμένα στο χιόνι
κι ο κόσμος μας γέμισε φύλλα...

στου ανέμου το απόσταμα
η παγωνιά άπλωσε το νυφικό της.

Αναμμένα τα ξύλα στο πλάι
κι η γωνιά μας γεμάτη πυγολαμπίδες...

στη μνήμη που ταξιδεύει
οι τοίχοι που μπουχτίζουν εικόνες.

Τραγούδια χωρίς λόγια
και το δώμα γεμάτο κορμιά...

στης νύστας το σβήσιμο
η έμπνευση φόρεσε στη μέση μαντήλι.

Ραγισμένα φαντάσματα
κι ο νους σε αμέτρητα ψίχαλα...

στης τύχης το χέρι
η μοναξιά που φουντώνει στα μάτια.

Ελεύθερη πτώση του χρόνου
κι η χαράδρα πάντα φοβίζει...

στα ρούχα που φθάρθηκαν
το στήθος φαντάζει ανίσχυρο.

Ικεσίες που αγαπούν το σκοτάδι
κι η βροχή ριχνεί βελόνες πικρές...

στης νίκης το πρόσφορο φως
η ευχή δεν έχει πια ήλιο.

Αγάπες που νύχτωσαν
και δώρο ψιχάλας αθόρυβης...

το τέμενος μια αγκαλιά
η Μούσα της ποίησης η μόνη λατρεία μου.

Κυριακή 22 Νοεμβρίου 2009

Μετά τη σιωπή...


Μπροστά στο τελευταίο Ταξίδι ...
...σιωπή....
το μαντήλι γίνεται σεντόνι
για να μαζέψει τον πόνο...
το αίμα στην καρδιά στάσιμο
κι όλο το σώμα παγώνει ...
...σιωπή....
κι ένα σφύξιμο στα άκρα...
...σιωπή...
για λίγο ακόμα...
γιατί σε λίγο...
το ταξίδι αρχίζει
και
μια κραυγή έρχεται...
ανεβαίνει...
σπάει τα σφιγμένα δόντια...
τρυπάει τους τοίχους
και τρέχει...
τρέχει στους δρόμους
και ψάχνει ανάμεσα στους ανθρώπους
που βγαίνουν αυθόρμητα
και ζητάνε
ένα κομμάτι δικαιοσύνης...
μια μπουκιά αλήθειας...
μια γουλιά ασφάλειας...
για να σπάσουν το μαύρο του φόβου
για να δείξουν ότι υπάρχει ελπίδα.

Τρίτη 3 Νοεμβρίου 2009

Ο Λαβύρινθος



.....................

'Αθικτοι και ακμαίοι
αμετάβλητοι στο χρόνο, ολόιδιοι
και ο Λαβύρινθος
και ο Μινώταυρος με το κεφάλι το απάνθρωπο...

Κι οι νέοι όλοι μαζί
γυμνοί μέχρι τ' αφάλι
περνούν κάθε ηλιοβασίλεμα την πέτρινη την πύλη...

Και στην πορεία τους αυτή στην μαύρη τύχη
στενάζουν πίσω τους πολλές ψυχές...

- κι ο χρόνος στάσιμος -
σαν ο Θησεάς αιώνια νήπιο μένει στην Τροιζήνα
και σαν ο σκώρος κατατρώει την κλωστή απ' το κουβάρι...

Κάθε που βγαίνει ο ήλιος
όλο και πιο πολλά νεκρά κορμιά μετράω
όλο και πιο πολλά κρανία τις γωνίες...

Τα μαύρα πανιά τον ουρανό της θάλασσας πληγώνουν
το μεγαλείο της Αθήνας αμαυρώνουν
κι ο καυχησιάρης βασιλιάς γελάει ακόμα....

Τρίτη 27 Οκτωβρίου 2009

Όπως τότε....

Απόψε όλα είναι
κάπως…

Η σιωπή παράξενη
χτυπιέται στον τοίχο

Τα μάτια σφαλισμένα
ψάχνουν το όνειρο στο νωπό μαξιλάρι

Βαρέθηκαν τα χέρια να κρατούν το σκοτάδι για κάλυψη.

Έχω πεθυμήσει να σύρω έναν χορό
Δίχως
να μετρήσω βήματα
Χωρίς
να κάνω τη στροφή εκεί που πρέπει

Ένα χορό ελεύθερο
στο χώρο
Δίχως
να δέσω στη μέση μου ζωνάρι
Χωρίς
να μου κρατούν το χέρι

Ένα χορό δίχως να κλείνει σε κύκλο
Δίχως
να ντύνομαι με ψεύτικα στολίδια
Χωρίς
να κάνω σκέρτσα στον κόσμο.

Έχω πεθυμήσει
να βουτήξω στην αγκαλιά του Μορφέα
και να με δω να χορεύω -

ναι,
να χορεύωωωωωωω
με ανέμελο το βήμα μου
και με στροφές εκεί που
εγώ θέλω

νά’ χω τη μέση μου λυτή
το χέρι μου να χαιρετά τον ήλιο
μ’ ένα χαμόγελο γενναίο
Και τα μαλλιά να φεύγουν στον αγέρα.

Όπως τότε………

Κυριακή 25 Οκτωβρίου 2009

Έχε γεια!


(Στο Αγνάντι)

Το γρασίδι πράσινο και ακμαίο
- καλά κουρεμένο

η μανόλια χαίρεται
...για λίγο τα σημερινά άνθη της

το αδέσποτο σκυλί παιδεύει
άλλο ένα ταλαιπωρημένο παπούτσι

το καράβι
στο γνωστό τελευταίο δρομολόγιο της ημέρας

ο νεαρός του πρώτου
- δε θυμάμαι το όνομά του -
απολαμβάνει τον έρωτα
πω, πω….
Πώς αντέχει;
έχει καύσωνα σήμερα…

η γιαγιά όπως πάντα στη βεράντα της
απέναντι από την ήλιο που σβήνει
με τα μάτια κλειστά αυτή και η αναπόλησή της...
ίσως στα χρόνια της ηδονής

ένα αυτοκίνητο ανεβαίνει τις στροφές του Αρέστι

το σπίτι της Αλεξάνδρας άδειασε
ίσως κάποιο κομμάτι από το παζλ κάτω από το κρεβάτι
κι ένα χάπι στο τραπέζι
- το νησί δε τη σήκωσε -

ο Νικόλας πάλι έπλυνε
αριστερά τα πουκάμισα,
δεξιά τα εσώρουχα,
στη μέση οι κάλτσες

ένα αεροπλάνο πετάει ψηλά,
ο ήχος του εκεί ψηλά μονάχα
ένα φίδι μαδάει πίσω του
κι ο απόηχος ξεθυμαίνει

η θάλασσα σήμερα είχε κύμα,
τα βράχια δροσίστηκαν
κι οι γοργόνες στο βυθό

τα κάγκελα θέλουν ξεσκόνισμα,
η αράχνη χαίρεται στον ιστό της
τα έντομα με καταριούνται

η μπουκαμβίλια φουντώνει όλο και περισσότερο…
ο αγέρας πιο δυνατός
κόκκινο χρώμα σκορπισμένο στο μπαλκόνι

ο ήλιος πνίγηκε στα κύματα
κι η νύχτα απλώνεται ήρεμη κι αυτή
- ήρεμος κι εγώ ετούτη τη νύχτα -

αναμμένα τα κεριά μου απόψε,
η μουσική δυνατά
– τελευταία ακούσματα
οι σκιές στους τοίχους έντονα
χορεύουν για λίγο ακόμα

δε θέλω να κοιμηθώ
- δε θα κοιμηθώ απόψε -

θα καθήσω τυλιγμένος
με τις όμορφες στιγμές της μοναξιάς μου
θα μιλήσω
με τους ανθρώπους του μυαλού μου
θα απολαύσω το πέρασμά τους
θα νιώσω τον ίσκιο τους
θα κρατήσω τη ματιά τους
θα γευτώ την ανάσα τους
θα αφουγκραστώ το γέλιο τους

έχω πολλούς ανθρώπους
– το νιώθω
και τους αγαπώ πολύ

αγαπώ τους ανθρώπους που μου λούζουν τα μαλλιά
αγαπώ τους ανθρώπους που μου δροσίζουν τα χείλη
αγαπώ τους ανθρώπους
αγαπώ τα πάντα τους….

άλλο ένα αυτοκίνητο
ανεβαίνει τις στροφές του Αρέστι
στη μια στροφή το μάτι σταματάει,
στην άλλη τρέχει και περιμένει

το άρωμα του βαλσάμικου στη μύτη μου
η γεύση της φρέσκιας ντομάτας στο λαρύγγι
η απαλότητα της καλοσιδερωμένης πετσέτας

τα τσιγάρα τελειώνουν,
πρέπει να κατέβω
και σε λίγο πάλι εδώ….

.......τα κεριά θα καίνε όλη τη νύχτα
- δεν μένει άλλη πια –
.......η μουσική παίζει συνεχώς
- δε θα παίξει άλλη νύχτα -

όλα είναι μαγικά
όλα είναι κάπως αλλιώς
όλα είναι υπέροχα
όλα είναι έτσι που ξανά δε θα’ ναι…

ετούτος ο χρόνος,
ο χρόνος της θυσίας

τούτοι οι μήνες,
οι μήνες της αναπάντεχης ανάγκης

τούτες οι βδομάδες,
οι βδομάδες της κρυφής σκέψης

τούτες οι μέρες,
οι μέρες της ανυπόφορης γνώσης

τούτες οι ώρες,
οι ώρες του ασφυχτικού πάθους

κάθε λεπτό,
κάθε δευτερόλεπτο δύσκολο,
αλλά και μοναδικό
για την ψυχή μου ολάκερη…

σταματώ σε κάθε μέρα
σταματώ σε κάθε γραμμένο
σταματώ σε κάθε βήμα
γονατίζω στη γωνιά της πόρτας
- εκεί που μπορώ να ελέγξω -

Στέκομαι στο σημείο που όλα είναι μπροστά μου
και τίποτα πίσω δεν μπορεί να με τρομάξει…
γιατί όλα είναι πια μπροστά μου

άλλο ένα τσιγάρο
άλλη μια σκιά στον τοίχο
- δημιούργημα του μυαλού και του καπνού
- αντανάκλαση μιας οπτασίας που φοράει στέμμα και κρατάει σκήπτρο

άλλη μια ματιά στη σκάλα…
το φως ακόμα σβηστό…

δε θα ξεχάσω εκείνο το βράδυ
που στάθηκε απέναντί μου
και στη σιωπή των ματιών
ούρλιαξα πίσω από την πόρτα…
- όνειρο ήταν -
λουσμένο με τον ιδρώτα μου

…. το φως των κεριών δυνατό
τα τύμπανά μου χτυπάνε για τα καλά
κατεβαίνουν ατέλειωτες κουβέντες,
ατίθασα τα σχεδιάσματα,
ισχυρές οι κραυγές της ψυχής

απόψε όλα ζωντανεύουν
απόψε όλα βγαίνουν στον ουρανό
απόψε όλα χορεύουν για τελευταία φορά!

......κίνηση στις στροφές του Αρέστι

ο Νικόλας με μια κοπελιά στην άλλη γωνία
την κρατάει στην αγκαλιά του
εκείνη με τα πόδια ανοιχτά
- πάνω του -
προετοιμάζει τη φύση της να γλεντήσει
πω, πω.....
Πώς θα αντέξουν;
η ζέστη έχει κάψει τον κόσμο της νύχτας

τα φώτα της απέναντι όχθης αόρατα

τα καράβια στο λιμάνι
ένας διάλογος στα αυτιά μου
ένα γέλιο που έρχεται από μακριά
ένα φρενάρισμα στην άκρη του μυαλού
με βάλλουν από παντού….

πόσο πόνεσα;
πόσο έκλαψα;
πόσο γέλασα;

οι πλανήτες μου στην τροχιά τους

η σκόνη που αφήνουν μαγική
τρελαίνομαι για μια ακόμα φορά
τη φορώ και περπατώ προσεκτικά

χορεύω τις νότες της Αλεξάνδρειας
ανοίγω τα φτερά του μυαλού
ζωγραφίζω τις εικόνες της νιότης μου
μαζεύω τα σεντόνια της ηδονής μου

έχω πια τακτοποιήσει τα πάντα στα κιβώτια οι στιγμές μου
στις βαλίτσες τα πάθη μου

το ταξίδι τελειώνει
- ήταν όμορφο, γεμάτο

το όνειρο το πρωί θα αλλάξει σώμα...

Θεέ μου, θα τρομάξει....

.....ένα αεράκι ταράζει το φως των κεριών....
τρομάζουν κι αυτά

εδώ και ώρα
ούτε ένα αυτοκίνητο στις στροφές του Αρέστι

κάποιοι έφυγαν
κάποιοι άλλοι θα φύγουν
και κάποιοι άλλοι θα έρθουν....

έτσι κυλάει ο χρόνος
πάνω στην ύλη και τρίβεται.

συνεχίζει ετούτο το αγέρι να δροσίζει το χώρο
το νησί φαίνεται πια να βρίσκεται στον ουρανό
πετάει ολάκερο....
πετάει μαζί με τα μαντήλια

τα χρώματα της ψυχής ξεχύθηκαν στον κήπο
το χορτάρι βάφεται σε διάφορες αποχρώσεις
τα χαμόγελα κρεμάστηκαν στα δέντρα
σαν δέντρα γιορτής χριστουγεννιάτικης

έλα κοντά μου αστέρι της νύχτας
- μείνε δίπλα μου
έλα κοντά μου πρωινή δροσιά
έλα κοντά μου φιλί αθάνατο
έλα κοντά μου εσύ....

μ’ ένα χέρι ψηλά

τα δάχτυλά μου στο έχε γεια…

Κυριακή 18 Οκτωβρίου 2009

Τα νοτισμένα ρούχα...


Από μικρός είχα μια αδυναμία στις σταγόνες της βροχής...
στην ίδια τη βροχή!
Πάντα κρυφά από όλους,
όταν τα σύννεφα μαζεύονταν στον ουρανό και όλα έδειχναν ότι θα βρέξει,
έβρισκα κάποια δικαιολογία για να βγω στην αυλή του σπιτιού...
είτε για να φέρω ξύλα για το τζάκι,
είτε για να πάω μέχρι την αποθήκη και να γεμίσω τη μπουκάλα λάδι,
είτε να πάω λίγο ψωμί στο σκυλί...
Και περίμενα πάντα την πρώτα σταγόνα να στάξει στο παράθυρο της κουζίνας....
και τότε έβγαινα τρέχοντας...
με το κεφάλι ψηλά, ώστε οι σταγόνες να με χτυπάνε στο μέτωπο...
κατευθείαν μέσα στο μυαλό μου,
ανάμεσα στα δυο μου μάτια...
Τι όμορφα τα χρόνια εκείνα....
τι όμορφες βροχές... αθώες βροχές...

Μέρες τώρα βρέχει... βρέχει πολύ!
Κι εγώ στέκομαι που και που κάτω από κάποιο στέγαστρο
και κοιτάζω τη βροχή, καθώς πέφτει....
άλλοτε αθόρυβη και ήρεμη,
άλλοτε ηχηρή και άγρια....
μα τώρα πια δεν βγαίνω μπροστά της....
τη φοβάμαι!
Απλά....
αρκούμαι στα νοτισμένα ρούχα μου!