ΣΥΛΛΟΓΕΣ

Τετάρτη 26 Μαΐου 2010

για μια άνοιξη....

για μια άνοιξη
που έχει πάψει να πορεύεται σε οδό προτεραιότητας
για μια άνοιξη
που το κόκκινο
προμηνύει την αποσύνθεσή της
για μια άνοιξη
που τα άνθη της σκορπίστηκαν από το χέρι της ύβρεως
για μια άνοιξη
που κλαίει μαζί με τις κλαίουσες
για μια άνοιξη
που δεν έχει χώρο για να αφήσουν ανέμελα ίχνη οι γιοι μας
για μια άνοιξη
που πρόσθεσε άλλη μια χαραξιά στον ανελέητο χρόνο που τρέχει πάνω μας
για μια άνοιξη
που κρύβει ατέχνως τα μουντά χρώματα του χειμώνα που επιμένουν
για μια άνοιξη
που ξέχασε τα αντιπηκτικά της χάπια στο κλειδωμένο συρτάρι
για μια άνοιξη
που ο τράχηλός της φόρεσε την αρτάνη της απόγνωσης
για μια άνοιξη
που ο ποιητής την άφησε να περιμένει στο βάθρο της
για μια άνοιξη
που ο ήλιος της έχασε κι αυτός το δρόμο της δικαιοσύνης
για μια άνοιξη
που το αμάρτημά της μας έβγαλε σε πλανημένα μονοπάτια
για μια άνοιξη
που κράζει γοερά μέσα στον μπουχό που σηκώνει ο κόσμος
και μάταια ψάχνει
την Άνοιξη
με τον Ήλιο που θα φωτίσει
τον Κόσμο
τον Μέγα!

Σάββατο 8 Μαΐου 2010

Στο στίβο




Τα γυμνά τους κορμιά ποτέ δε θαυμάζεις
πώς ασκούνται και πριν τον αγώνα,

μα το τέρμα του στίβου μονάχα κοιτάζεις
σα λουφάζεις στον παλιό σου χιτώνα.


Δεν προσέχεις τις αρχές που έχει κάθε βατήρας
και τη ζεστή ανάσα που λυγίζει τ' ατσάλι,

ψάχνεις μόνο να κρύψεις το δικό σου το γήρας
αγνοώντας ολότελα της ζωής σου το χάλι.


Σαν ανάβει των νέων τη φλόγα ο ήχος
και αυτοί τρέχουν κατευθείαν στην νίκη,

μπρος στα μάτια τους υψώνεις πελώριο τείχος
κι ετοιμάζεις για χάρη τους μόνο άνομη δίκη.


Μα αυτοί με το στέρνο χαράζουν τ' αόρατο νήμα
με φωνή και χαρά τον αγέρα αναδεύουν,

της δικής σου σαρκός τελικά ανοίγουνε μνήμα
και το νου σου ανόσιες μνήμες παιδεύουν.


Έτσι των γυμνών ημιθέων το υπέρτατο κάλλος
μιας ταπεινής ελαίας κλαδί θα τιμήσει,

κι ο δικός σου αιώνιος απαίσιος κάλος
μονάχα με κυπαρίσσου κλωνιά θα γεμίσει.


Γιατί την ψυχή των ανθρώπων των νέων
τη φωτίζει γι πάντα ένα αστέρι λαμπρό,

ενώ σένα που είσαι δήθεν από ράτσα γενναίων
θα σε διώχνουν στον Άδη όπως ένα λεπρό.

Το σήμερα



Στέκεσαι για λίγο
μπροστά στο είδωλό σου που χτενίζεται
και το ρωτάς ξανά
αν θα μπορέσει να βγει στο δρόμο.

Εκείνο γυρνά μεσ' το δωμάτιο
ψάχνει να δει τι θα φορέσει
κι αν μέσ' το πορτοφόλι του
έχει τα χρήματα της δόσης να πληρώσει.

Ντύνεται αμήχανα
φορά δεμένη τη γραβάτα κατευθείαν
και το παπούτσι του στενό
άλλο δεν επιτρέπουν ν' αγοράσει άλλο.

Πίνει μια κούπα με καφέ
και αφήνει ζάχαρη κάτω απ' τη γλώσσα
γιατί σαν φύγει για δουλειά
κάποια στιγμή την έχει ανάγκη σίγουρα.

Πριν κλείσει την πόρτα του σπιτιού
ρίχνει μία ματιά στο χώρο
δεν ξέρει αν γυρίσει πάλι
ίσως και να' χει αλλάξει η κλειδαριά.

Μα και στο δρόμο καθώς βγαίνει
κάθε πορεία του φαίνεται τόσο φορτική
κι η ζώνη σφίγγει το κουρασμένο του κορμί
δεν έμεινε όμως άλλη τρύπα.

Πέμπτη 6 Μαΐου 2010

Έκσταση

Όλα πιστά
στο καθρέφτισμα των υψίστων υδάτων
και τα μάτια στενάζουν
στη συμμετρικότητα τούτη.

Πόσο διάφορος διάκοσμος σε τούτη
την κυκλική τη φορά
που χαράζει μια ψεύτικη Εδέμ
που ανεβαίνει δήθεν περήφανη.

Και η επαφή με τους γύρω
μονάχα "εν λόγοις δάκνου" να γίνεται
μέχρι εκεί που κλίνουν το γόνυ
στη στροφή και το λούφαγμα.

Κι όλα αστράφτουν μόνο στο κατώφλι
της κάθε πλημμύρας οικείων εικόνων
και μονάχα οι σκιές προσφέρουν ασφάλεια,
μόνο ο χρόνος προστατεύει το φως.

Ο λόγος του μυαλού λούζει το σώμα
και η μνήμη γυρίζει στην έγνοια της
στην αγκάλη τη βάζει
και στο όνειρο ψάχνει την τέλεια συνεύρεση.

Κυριαρχεί η πλατύφυλλη φύση
κι ο καρπός στο κλαδί κατακόκκινος
χυμούς να ποτίσει με το λαίμαργο στόμα
τη διψασμένη καρδιά.

Η θάλασσα απλώνεται ήρεμη
και η άμμος ζεστή σαν τον κόρφο της μάνας
το γυμνό το κορμί που κυλιέται
το γεμίζει με τόσους κόκκους αγάπης.

Το αγέρι γλυκό σα νανούρισμα
που έρχεται από μια άλλη εποχή
ετοιμάζει την ψυχή για έναν εξαίσιο χορό
και το κάλλιστο ούρλιαγμα!

Η ευχή

Τα γυαλιά κρεμασμένα στη γεμάτη σελλήνη
και τα κλειδιά κάπου μέσα στο χώμα,
το τσιγάρο αναμμένο ψιθυρίζει στον άνεμο
κι η φανέλα βρεγμένη κι απλωμένη στο στρώμα.

Ένας νέος ημίγυμνος
αναδεύει το χρόνο
διαβάζει των πουλιών το φτερούγισμα
κι εύχεται να'ναι καλοί οι οιωνοί
στο γύρισμα τούτης της ρόδας
ως την πύλη του κόσμου.

A!

Σκυφτός
πάνω σ' ένα μικρό μαύρο τραπέζι
σταθμεύω την κίνηση του χεριού μου,

και με το νύχι χαράζω αργά
το όμορφο κεφαλόγραμμα της ζωής μου
με το θαύμα στο τέλος του.

Τόσα χρόνια μετά

το μαύρο χρώμα του μικρού τραπεζιού απλώθηκε
η σκόνη πότισε τη μικρή διαδρομή του νυχιού
σαν το πρώτο το γράμμα πια έχει χαθεί
και το θαύμα στο τέλος μια απλή χαραξιά....

Το μυστικό λημέρι

Περιμένει η άδεια αγκαλιά
το δικό σου το σώμα

και το φιλί μου τ' αχνό
σταλιάζει στο στόμα...

Το αίμα μου παίρνει φωτιά
στο δικό σου το χρώμα

μα το χέρι δειλό
πεταμένο στο χώμα...

Μια ψυχή που παίρνει ζωή
στο δικό σου το σήμα

με το πόδι χωλό
στερημένο από βήμα...

Μ' αγωνία προσμένει το βλέμμα
το δικό σου το σχήμα

κι η φωνή μου ζεστή
στο πιο όμορφο ρήμα...

Σ' αγαπώ σου φωνάζω
της ζωής μου γεμάτο πανέρι
θά' σαι πάντα για μένα
το μυστικό μου λημέρι.

Το παιδάκι


(Στην Αθωότητα)

Μες της νύχτας ετούτης τα άνοστα χρώματα
βγήκα μια βόλτα με του μυαλού μου τ' αρώματα

κάπου εκεί στη γωνιά βρήκα παιδάκι να κλαίει
κι ό,τι είχε στην καρδιά του στο φεγγάρι να λέει.


Ήταν τόσο μικρό μπρος στην απέραντη νύχτα
σε μια άλλη αγκαλιά όλο απαίσια νύχια

δίχως μάτια να λάμπουν σε κοίταγμα εξαίσιο
παρά μόνο ένα άγγιγμα από χέρι απαίσιο.


Τα γλυκά του τα μάτια στάζανε κόκκινο αίμα
σαν του φόρεσαν κι αυτού ακάνθινο στέμμα

τα κοντά παντελόνια του γέμισαν ξένη δροσιά
σαν το στρίμωξαν λύκοι σε κλειστή δημοσιά.


Εφιάλτης ακόμα στης ψυχής του τα μάτια
ένας πόνος και μια πίκρα για τα χαμένα τα νιάτα

με τραγούδια παλιά που γυρίζουν στ' αυτιά
και θυμίζουν την πίκρα και καμία χαρά.

Τετάρτη 5 Μαΐου 2010

Η δική μας Κυριακή!



Όταν θα φτάνει Κυριακή,
στα χρόνια που μας μένουν,
θα ψάχνουμε τα χέρια που μας δένουν
με τη δική μας Κυριακή.

Όταν θα φτάνει Κυριακή,
στα χρόνια που γερνάμε,
θα ψάχνουμε την όψη που αγαπάμε
απ' τη δική μας Κυριακή.

Όταν θα φτάνει Κυριακή,
στα χρόνια που θα καίνε,
δε θα αφήνουμε τα μάτια μας να κλαίνε
για τη δική μας Κυριακή!

Quo vadis?

Quo vadis, Αντώνιε;

Ποια γυναικεία δάκρυα σε τραβάν μακριά;
Ποια πελώρια τείχη σου σαλέψαν το πνεύμα σου;
Ποια Κλεοπάτρα σε μάγεψε και σε σέρνει
με αχρείο πλοιάριο.

Quo vadis, Αντώνιε;

Με ανέμους Μινωϊκούς συντροφιά σου
σαν ξεπροβάλεις στον ξερό τον ορίζοντα
και τ' αδέλφι προδίδεις
σαν τ' αφήνεις μονάχο στο αίθριο
δίχως φρούτα κι εδέσματα
δίχως λίγο γλυκάδι απ' το Διόνυσο.

Quo vadis, Αντώνιε;

Δεν την νιώθεις την έλλειψη;
Τόσο θάμπος στα μάτια απ' την κιτρινη άμμο;
Και το πράσινο χρώμα της γης που αφήνεις;
Πώς το πούλησες έτσι;

Quo vadis, Αντώνιε;

Ποια παγίδα θα στήσεις στις αχτίδες του ήλιου;
Σε ποιον Τίβερη θα πνίξεις το γέλιο;

Quo vadis, Αντώνιε;

Στην ανάξια χήρα του βασιλιά της Αιγύπτου.
Στην στεγνή κι άθερμη σάρκα του νότου.

Μια ζωή νεκρική σε προσμένει
μακριά απ' το πλήθος του Λάτιου.

Quo vadis, Αντώνιε;

Και φωνή απαντά :

" Στης ζωής μου το θάνατο, Οκτάβιε! "

Καληνύχτα σου, άρχοντα!
Το σκοτάδι για σένα
και το άστατο αίμα σου!

Σάββατο 1 Μαΐου 2010

Μια κραυγή σιωπής




Δε μιλώ, τα χείλη μου πάγωσαν
όλα τούτα,
κορμιά που μαράζωσαν
δυο σκιές επάνω σε στρώματα
λίγες σταγόνες απ' αρώματα.

Δεν κοιτάζω, τα μάτια μου βούρκωσαν
όλα τούτα,
παράδοξο κι όμως γέρασαν
είναι πέταλα σκορπισμένα στα χώματα
λίγη σκόνη μέσα στα δώματα.

Δε μιλώ, για χορούς που εχόρεψα
όλα τούτα,
πληγές που τις φόρεσα
της ηδονής τα πικρά της τα βήματα
που ζητούσαν λίγα σκιρτήματα.

Δε λυπάμαι, γι' αυτά που με κέρασαν
όλα τούτα,
πίσω απ' τον ήλιο πια πέρασαν
ήταν τελικά της ζωής μου καμώματα
που τους έδωσα άχαρα χρώματα.

Μεσ' της νύχτα το γεμάτο φεγγάρι
άνοιξα πια της ψυχής μου τα γράμματα
μια ματιά αστραπή μονάχα τους έρριξα

μια κραυγή σιωπής τα έπνιξε
μια κραυγή σιωπής με έπνιξε!

Ν... Τ... Ι... Ν... Α...

Ντύνομαι στα άσπρα
κόκκινη η καρδιά μου,
λουλούδι από γλάστρα
στολίδι στα μαλλιά.

Τρέχω μεσ' το δρόμο
ψάχνω τη μιλιά μου,
πιάνω έναν ώμο
κι όλα παν' καλά.

Ίδια παρουσία
μέσα στα όνειρά μου,
βρίσκω την ουσία
μέσα στη χαρά.

Νιώθω δύο χέρια
κι αφήνω τη χαρά μου,
παίζουνε τα τέλια
πίνω στην υγειά.

Αγκαλιά από γύρη
γεύεται η γλυκιά μου,
κι ένα πανηγύρι
με πολλά φιλιά.

Παρασκευή 23 Απριλίου 2010

Αχ! μικρή μου καρδιά!




Μία βάρκα με πανί στο γιαλό μου
και μ' αγέρι Βοριά
με φορτίο για σε το μυαλό μου
αχ! μικρή μου καρδιά!

Μ' ένα κύμα θα' ρθει να αράξει
στη χρυσήαμμουδιά
τα γυμνά σου πόδια να βρέξει
α! μικρή μου καρδιά!

Μια γοργόνα στα βράχια θα κάτσει
με τραγούδια γλυκά
την αγάπη μου για σένα θα δείξει
αχ! μικρή μου καρδιά!

Λίγα κρίνα της άμμου θα πλέξει
στα ξανθά σου μαλλιά
και το μπλε των ματιών σου για μένα θα κλέψει
αχ! μικρή μου χαρά!

Σαπισμένο καράβι




Σαπισμένο καράβι κατάντησες
για ταξίδι αβέβαιο
και η Μοίρα η γριά
στην πρύμνη κυρά και αφέντρα
απ'το χρυσό το λιμάνι σε έβγαλε
σε θάλασσα πολύ μουτρωμένη...

κι έτσι σάπιο σαν φάντασμα

με ορχήστρες στ' αμπάρι κλεισμένες

και το πλήρωμα νεκρό στο κατάστρωμα

με τις βάρκες σχισμένες στον πάτο

και το γέρο καπετάνιο στη γέφυρα

ξεπροβάλλεις γελοίο πλοιάριο
σε φουρτούνες μουντές
για ταξίδι ειρωνείας.

Ο ουρανός σπασμένος στα δύο
μια σου δείχνει τον ήλιο χαμένο
μια τα κύματα χτυπημένα στον άνεμο πάνω.

κι οι βροχές σου αρχίζουν και τρέχουν
σαν οι σειρήνες γελάνε μαζί σου
κι ο θεός της Θαλάσσης κοροϊδεύει την παλιά σου την άγκυρα.

Μα αφού βγήκες
- κι ας μη το' θελες τούτο -
να κοιτάξεις μη χάσω τό δρόμο
να προσέξεις νικητής
να γυρίσεις στο νησί του επικού βασιλιά
μακρυά
από τόσους υφάλους.

Κυριακή 4 Απριλίου 2010

Γιατί κοιτάζω τη θάλασσα;


Δεν με ενοχλεί
να με αφήνεις
με τις ώρες
να βλέπω τη θάλασσα
...

Αλλά με ενοχλεί
όταν μετά από αυτές τις ώρες
με ρωτάς
γιατί την κοιτάζω
...

Δευτέρα 29 Μαρτίου 2010

Κι εγώ διαβάζω...

Μεσημέρι

τα κορμιά έχουν γεμίσει τα στρώματα
- στάσεις διάφορες
εκφράσεις ποικίλες
κι η ανακούφιση κοινή -

Το μεσημέρι επιμένει...

κάποια κορμιά ετοιμάζονται να πηδήξουν τα σύρματα
άλλα πάλι ζητάνε λίγη δροσιά σε κάποιον ίσκιο

κι εγώ διαβάζω...

Το μεσημέρι ακόμα επιμένει...

κάποια κορμιά είναι καρφωμένα πάνω στα σύρματα
κάποια άλλα καμένα κάτω απ'τον ήλιο

κι εγώ διαβάζω...

Το μεσημέρι απόκαμε μα...

όλοι πια στην ίδια στάση,
στην ίδια έκφραση
και στην ίδια κοινή ζωή

κι εγώ διαβάζω!

Κυριακή 28 Μαρτίου 2010

ένα βουνό κι ο ωκεανός.... μαζί

Στην άκρη του διαδρόμου έφτασε,
με στήριγμα του φεγγαριού το φέγγος
και με τραγούδια της σελλήνης
το φόβο να διαλύει...

κι έμεινε εκεί
καθάριες οι αυλές τριγύρω
καθάρια και η όψη δίχως ρήγματα...

το φως της πόρτας μια χαραμάδα
μα πίσω απ'αυτή μια σειρά
στρωμένα πλούσια τραπέζια...

μνήμη οικεία δροσερή
ψηλά μέσ' την ομίχλη
μακριά από τον όχλο των πεζών
μακριά από τη λύπη...

μπαίνει δειλά
η Άνοιξη μη σπάσει τα κλαδιά της
να μην ξεσπάσει η σκουριά στα σκέλια...

το σπάραγμα να' ναι γλυκό
κι ο τοίχος τυχερός με τη σκιά του
το ζάλισμα γνωστό
το χάδι το μοιραίο
το λούφασμα στον ήχο της καρδιάς...

και το μαχαίρι μακριά
να μη γυρίσει στα πλευρά

τα βλέφαρα να μη βρεθούν μπρος στο κλειδί

κι η σάλα μη γεμίσει με σκόνη κόκκινη...

ένα βουνό κι ο ωκεανός.... μαζί

Ένα "άλογο"¨ ... ον




Φτωχό πουλάρι φάνηκε
σε σταύλο άθλιο
με ψεύτικο σανό στο στόμα...

μα γέννηκε σιγά σιγά
άτι ατίθασο
τη μαύρη χαίτη να σηκώνει
και με τα μπρος τα πόδια στον αγέρα
τους άξιους στο χώμα να πετά
και σαν τους ρίχνει
κάτω να τους πατά στην άδικη την πτώση - π' ονομάζω!
και με τα μάτια κόκκινα
και με τα δόντια έκδηλα
και τη φωνή αγρία.

Το πάμφτωχο το άγολο
ποτέ δε το κατάλαβε
ετούτο το κομμάτι της ζωής του
του πέρνουνε τα σιδερένια πέταλα
και τα πλουμίδια από τη σέλα
και το αμάξι του μακριά
με όλο το χρυσάφι μέσα.

Έτσι φτωχό θε να γερνά
μεσ' τον υγρό του σταύλο
στο όνειρό του συνεχώς
να τρέφει την πρωτιά του
που τελικά ποτέ δεν κέρδισε σε δίκαιους αγώνες - 'πως φαίνεται...

Οι μόνες που του στέκονται
κάτι βρωμιάρες μύγες!

Κυριακή 21 Μαρτίου 2010

Το πάθος της φύσης

Τα φύλλα των δένδρων
κινούνται αδύναμα
στον τρελό αγέρα
κι ο ήλιος
τσακίζει τους πάγους
στις κορυφές τις ανόητες.

Λυγίζουν τα άκρα,
οι λίμνες φωνάζουν
τη δική τους λύτρωση
απ’ το στρώμα το μαύρο
που γλείφει τις όχθες τους.

Κι όλη η φύση
πάσχει απ’ τη φύση της
και οι ελπίδες μικρές
για λίγο αγιόκλημα.

Κι όλη η φύση
πονά τη δική της μορφή
κι οι ευχές λιγοστές
για μια πασχαλιά.

Τετάρτη 3 Μαρτίου 2010

Η χαμένη αχτίδα

Στο κατάστρωμα του πλοίου που με ταξίδευε άνοιξα το μαύρο μου πουκάμισο κι είδα
ότι μέσα στη λάκα του λαιμού μου βρισκόταν μια αχτίδα.

Απόρησα... μα αμέσως τη ρώτησα πώς βρέθηκε κεί πέρα.

Κι αυτή μου απάντησε :
« Σαν ξεκίνησα από εκεί ψηλά, έβαλα στόχο τα μάτια σου.
Και κατέβαινα όλο χαρά ότι εκεί θα ζήσω για πάντα.
Όμως μόλις έφτασα κοντά σου δυστυχώς κάποιος σε φώναξε.
Γύρισες το κεφάλι σου κι εγώ καρφώθηκα στα μαλλιά σου.
Μπλέχτηκα για τα καλά και μάταιος ο αγώνας μου να βγω στον κρόταφό σου.
Εκεί που ίσως με ένα χτύπημα να μπορούσες να με δεις.
Αγωνίστηκα πολύ,μα δε τα κατάφερα.
Ταλαιπωρήθηκα πολύ κι αποκοιμήθηκα.
Όταν ξύπνησα,δεν ήμουν στα μαλλιά σου!»

[ Τότε άστραψε ο νους μου από τη θύμηση της μέρας εκείνης.
Τη θέρμη της αχτίδας την είχα νιώσει…
Ναι ήταν λίγα εκατοστά πιο εκεί.
Μα που να ήξερα…
Μια θέρμη που το άλλο πρωί σαν χτένισα τα μαλλιά μου κύλησε στο σβέρκο μου.
Και από εκεί την ένιωσα να μπαίνει στο κορμί μου και να καρφώνεται στην κλείδα της ωμοπλάτης μου.
Χρόνια πολλά το ένιωθα αυτό το κάψιμο….
Μα κανείς δεν μπόρεσε ποτέ να μου πει τι ήταν.
Κανείς δεν αναρωτήθηκε για το μελαγχολικό μου βλέμμα,
Κανείς δεν απόρησε για το σκοτεινό μου πρόσωπο,
Κανείς δεν θέλησε…» ]

Κάποια στιγμή όμως ένιωσα την αχτίδα να ταράζεται.
Την έβλεπα να πάλλεται και να προσπαθεί να σκαρφαλώσει στο μάγουλό μου.
Δεν έδωσα καμιά σημασία και συνέχισα να μιλώ…

«… Σιγά σιγά σκούρα χρώματα έβαψαν για πολλά χρόνια τα βαριά ενδύματά μου
και κάλυψαν το σώμα μου στιγμές πολλές προσφέροντάς μου γι’ απόλαυση την κάψα
που άφηνε η αιχμάλωτη αχτίδα μέσα μου.
Κι εκεί μέσα έμεναν κλειδωμένα όλα εκείνα που μου είχε δώσει ο Θεός για δώρα.
Έμειναν εκεί για χρόνο πολύ κι έχασαν κι αυτά σιγά σιγά τη δύναμή τους.
Μαζί τους κι εγώ ζούσα την αλήθεια ενός ψέματος.
Κι έτσι έμαθα να ζω και να πορεύομαι… Και νόμιζα ότι όλα καλώς πηγαίνουν…»

Εκείνη όμως όσο μιλούσα, πιανόταν από τα γένια μου και ανέβαινε.
Την ένιωθα τώρα να καίει στο μάγουλό μου.
Σταμάτησα να μιλάω κι έμεινα να κοιτάζω το δικό της ταξίδι.
Σιγά σιγά την ένιωθα όλο και να ανεβαίνει.
Αργά, αργά…
Δε μιλούσα σε κανέναν, δεν πρόσεχα κανέναν, δεν απαντούσα σε κανέναν…..
Το μυαλό μου πια ήταν στραμμένο μόνο σ’ εκείνη την αχτίδα που τόσο άδικα είχε χάσει το δρόμο της.
Κι ο χρόνος κυλούσε… Αργά, αλλά σταθερά. Μερόνυχτα, χωρίς φαί, χωρίς νερό.
Εκεί πάνω στο κατάστωμα του καραβιού που με ταξίδευε.
Ήθελα να γυρίσω το χρόνο πίσω... τη στιγμή εκείνη που ο Θεός έστελνε τις αχτίδες της ζωής…
Κι εκείνη την έβλεπα ότι έλαμπε όλο και πιο πολύ.
Την ένιωθα σίγουρη ότι τώρα πια δεν θα έχανε το δρόμο.

« Λίγο ακόμα….» Μου είπε κάποιο πρωί.

Ναι το έβλεπα κι εγώ. Το ταξίδι τελείωνε…
Όλοι οι επιβάτες ήδη βρίσκονταν στο κατάστρωμα.
Ήταν γύρω μου με τα μπαγάζια τους έτοιμοι για αποβίβαση.
Φιγούρες ανθρώπων που δεν μπορούσα να τους δω καλά.
Θολά πρόσωπα, Σκοτεινά κορμιά… Δεν μπορούσα να δω τίποτα άλλο…

Κι εγώ στην αγωνία μου… « Άραγε θα προλάβει;»
Βάλθηκα να κουνάω τα βλέφαρά μου, για να βοηθήσω την αχτίδα να φτάσει.
Κι εκείνη χοροπηδούσε όλο και πιο ψηλά…
Μια κάψα άγγιξε την άκρη του ματιού μου,εκεί ακριβώς που σκάει το δάκρυ.

« Όχι Θεέ μου, τώρα. Δε θέλω να κλάψω τώρα…»
Ο φόβος μου, μήπως και κάψω την αχτίδα με έκανε να ιδρώνω ολόκληρος.
Σκούπιζα συνεχώς το μέτωπό μου και ρουφούσα τη μύτη μου.
Κατάπινα το σάλιο μου και προσπαθούσα να χωνεύω τον ιδρώτα μου.

Και ξαφνικά… Το βλέμμα άλλαξε, η κόρη του ματιού μου γέμισε χρώματα.
Αναγνώρισε την αλήθεια του ψέματος, μα δε της μίλησε, ούτε της παραπονέθηκε.
Ούτε με το Θεό τα έβαλε.

Είπε στα βλέφαρα να κλείσουν κι άρχισε να ζει!