ΣΥΛΛΟΓΕΣ

Κυριακή, 25 Δεκεμβρίου 2016

Μείνε..



Μείνε...

Ποιος άλλος;
δε θα έτρεχε, για να προλάβει
για να κερδίσει, να χαρεί...

με βήμα γοργό,
άλογο που καλπάζει σε λιβάδι 
κατακίτρινο
και σύννεφα που γίνονται ομίχλη
πάνω σε 'κείνον τον λόφο
που έχτισε ένα παιδί
στη μέση,
για να μπορεί,
για ν' ανασαίνει,
για ν' ατενίζει πέρα,
πολύ πέρα,
μακριά
κι από τα δέντρα που ψηλώνουν
μπρος το βήμα το δειλό
που οι πέτρες το μπερδεύουν,
που οι πέτρες το χτυπάνε
στα δάχτυλα ακριβώς μπροστά...
σ' ένα κρεβάτι στρογγυλό
δίχως γωνίες
προσπαθεί ο έρωτας να βρει
γωνιά
για να λουφάξει,
για να μπερδέψει τον καιρό,
για να φωνάξει στο νερό,
για να λουστεί μες το ποτάμι
που κυλάει
μέσα σε 'κείνο το λιβάδι
που μένει κατακίτρινο,
και με το λόφο μες τη μέση
να υψώνεται,
να χάνεται...
κι εσύ να ψάχνεις χρόνια τώρα
πολλά
τις εξαρτήσεις σου
μέσα σε κείνο το χρυσαφί λιβάδι,
όλες εκείνες τις συμβάσεις
που είχες κάνει
με την κυρά που στέκεται στην πόρτα
με το κλειδί στο χέρι
και μετρά
τα μάτια σου, τα χέρια σου,
τ' αυτιά σου και τα πόδια σου...

πού πας; τι θέλεις;
πού έσχισες πάλι το παλτό σου;
ποιος είναι αυτός που σου' πε
πως τα μαλλιά σου θέλουν κόψιμο,
πως η ανάσα σου είναι ζεστή,
πως η φωνή σου τρέμει...

μην τον ακούς!
Έχει τους λόγους του ο λύκος και ουρλιάζει...
έχει τους λόγους, πάντα τους είχε,
μέσα στον πόλεμο που σου' χαν στήσει,
μέσα σε ' κείνα τα ρούχα που σου φόρεσαν...
στις ψευδαισθήσεις,
στα παραμιλητά,
στις αγωνίες και τις έγνοιες των καιρών,
στη γη, στον ουρανό,
στο όνειρο, στον εφιάλτη,
στο χάος που χανόσουν,
σε κάθε ρείθρο που κρατούσε κι άντεχε
στη μύτη της γραφής...
στα σ' αγαπώ
στα θέλω το κορμί σου, θέλω τον κόσμο σου,
θέλω να γίνω βασιλιάς, θέλω ν' ανασαίνεις μόνο για μένα...

Ποιος, άραγε, μπορεί να δει
τα παραμύθια
- ακόμα
σαν παιδί, σαν ήλιος
σαν ένα τρυφερό γατάκι,
που γουργουρίζει μπρος στο τζάκι, ευτυχισμένο.

Δε θέλω να χαθείς,
δε θέλω τίποτα να χάσω,

Μείνε, μείνε, μείνε...
καλό θα κάνει,
κακό ποτέ...
γιατί ο άνθρωπος σαν βλέπει την όψη του
μπροστά
κι όχι την πλάτη γυρισμένη
κρατάει, κρατάει
και θέλει να ζήσει
- λίγο ακόμα
όσο γίνεται,
όσο ο θεός το επιτρέπει...

θέλεις να σιωπήσω;
θέλεις να πάω μια βόλτα στο σκοτάδι;
θέλεις να γλείψω με τη γλώσσα μου
την κάθε σκέψη;
εγώ μπορώ;
πάντα μπορούσα...