ΣΥΛΛΟΓΕΣ

Κυριακή, 12 Δεκεμβρίου 2010

Ένας σπίνος
















Ένας σπίνος
πετούσε ψηλά στον ουρανό
κοντά σε έναν ήλιο...
κουράστηκε...

ήθελε να πιει λίγο νερό
ήθελε να δει την ομορφιά του

γι' αυτό
κατέβηκε κρυφά
σε μια λακούβα με νερό

- ήτανε διψασμένος
- συνάμα και περίεργος

πίστεψε ότι η βροχή θα ήταν εκεί
- πιστή

πίστεψε ότι το χώμα
δε θα κατάπινε τις σταγόνες της
και πως θα σκεφτόταν
ότι υπάρχουν κι άλλα ζωντανά
- διψασμένα και περίεργα

όμως ο Ἀδης
δε επέτρεψε στο χώμα κάτι τέτοιο

έδωσε αμέσως διαταγή
όσο νερό κι αν μαζευτεί
να φύγει προς τα κάτω

είπε :
έχω δω κάτω κι εγώ
πολλά δικά μου ζωντανά
- κι αυτά 'ναι διψασμένα
για λίγο νεαρό κρυστάλλινο υγρό
απ' του ουρανού τα μέρη

ο σπίνος δεν τον άκουσε ποτέ
τον Άδη να φωνάζει

μονάχα έφτασε δειλά
στην άκρη της λακούβας
- πάντα διψασμένος

και ήλπιζε ότι θα δει το είδωλο
να του χαμογελάσει

και μια σταγόνα από νερό
να του δροσίσει τη ζωή του
- πάντα ανόητος

όμως το χώμα ήταν στεγνό
και ο καθρέφτης πια χαμένος

μια τρύπα μόνο φαίνοταν
με φόρα προς τα κάτω
κι ένα μάτι να κοιτά
τον άμοιρο τον σπίνο...

έφυγε γρήγορα από κει

- μια δίψα αιώνια

Σάββατο, 4 Δεκεμβρίου 2010

Το πέταγμα των πουλιών


















Πολλές φορές στέκομαι
και χαζεύω τα πουλιά
που πετούν ελεύθερα κι ανάλαφρα στον ουρανό.
Μικροί ακροβάτες
σε περίπλοκα και περίτεχνα σχέδια.
Στο παιχνίδισμά τους τρέχει το βλέμμα μου.
Θαυμάζω τη χάρη τους
και πραγματικά απολαμβάνω το θεάμα...

Κάποτε, σκέφτομαι,
θα αποκτήσω κι εγώ δυο μεγάλα φτερά,
δυο κατάλευκα πελώρια φτερά
Και θα ταξιδεψω μακριά,
πολύ μακριά!
Καβάλα σε ένα μαϊστράλι
θα φτάσω σε μια βοτσαλόστρωτη ακτή,
μπροστά σε μια γαλαζοπράσινη θάλασσα.
Θα πατήσω τα γυμνά μου πόδια εκεί
που σκάει το κύμα
και η αύρα της θα μου χαρίζει όνειρα, πολλά όνειρα...

Μα εκεί στο χάζεμα των όμορφων πουλιών,
ξαφνικά, παρουσιάζεται το φοβερό γεράκι.
Τρομάζει τα καημένα τα πουλιά
που τρέχουν να λουφάξουν στη φωλιά τους.
Φοβισμένα μπροστά στην αυτοπεποίθηση
και την αλαζονεία του ισχυρού...

Με κινήσεις προσεκτικές
κρύβομαι κι εγώ πίσω από τις κουρτίνες,
τις χοντρές πλεκτές κουρτίνες.
Νιώθω ασφαλής,
γιατί δε με βλέπει ο ισχυρός αιθέριος άρχοντας.

Και ξεμυτίζω πάλι μόνο
όταν τον βλέπω να ξεμακραίνει...
κι έτσι πάλι χαζεύω το πέταγμα των πουλιών!

Σε μια στιγμή παραφοράς...



κλαδεύουνε τις μνήμες μου
εκεί που τα κόμπια τους κρατάνε το αίμα μου
και δεν μπορεί να βρει ένα μονοπάτι
να βάλει δύναμη και να χυθεί
στον κατακόκκινο λαιμό μου.

κεντρώνουν τα όνειρά μου
εκεί που τα κλαδιά τους τεντώνουν την πνοή μου
και δεν μπορεί να βρει ένα κρατήρα
να βάλει δύναμη και να ακουστεί
στον βαθυπράσινο το νου μου.

το αίμα στον κατακόκκινο λαιμό
και η πνοή στο νου μου
θέλουν να βρουν τη δύναμη
να σχίσουν το κορμί μου
να χύσουν μνήμες κι όνειρα

και να μ' αφήσουνε για λίγο
μετέωρο μέσα σε μια στιγμή παραφοράς

μήπως και βρω κι εγώ
το μυστικό το μονομάτι
που θα με βγάλει στον κρατήρα!

Δευτέρα, 25 Οκτωβρίου 2010

... ψηλός!

Ψιλός
γεννήθηκα
στις μέρες...
και τα πνευμόνια μου
μικρα κι αδύναμα
πάσχιζαν
- χρόνια πολλά -
να θρέψουνε
το στέρνο.
Τ' άκρα μου
συνέχεια
τινάζονταν
στα τέσσερα σημεία
του ορίζοντα,
το στόμα μου
έκλεινε
σιγά σιγά
στο σβήσιμο
του αγέρα...

μα ένα φτερούγισμα
κίνησε ξαφνικά
κι έφτασε
στα μάτια,
ένα πετάρισμα
του νου
κι όλα αλλάζανε
σιγά σιγά
μα σταθερά
μέχρι που ένιωσα
ότι εγίνηκα
ψηλός!

Σάββατο, 28 Αυγούστου 2010

Δυο φίλοι γλάροι




Ένας γλάρος με μαχαίρι φτερό
σχίζει το χρόνο
και πνοή προσφέρει στον άχρωμο ήλιο...

ένας άλλος κρατά αγκαλιά
τον άχρονο πόνο
και με στίχους στεριώνει έναν ύμνο.


Μία πτήση φτερών στον αγέρα
χαμένη στο χθες
το γεμίζει απόλυτη ομίχλη...

μία άλλη σε ένα σχήμα σταυρού
στο κάθε του "θες"
συντροφιά του κάποιοι ξέπνοοι στίχοι.


Μια ματιά βουτάει με πάθος
στου βυθού το σκοτάδι
την πείνα με ψάρι χορταίνει...

μία άλλη φοβάται το δρόμο να πάρει
που χαράζει η αστραπή
όπου είναι λουφάζει και μένει.

Πέμπτη, 5 Αυγούστου 2010

Στην αποθήκη της μνήμης




Το νευρικό τρεμούλιασμα του απαλού κορμιού

Το ανήσυχο βλέμμα των αστραφτερών ματιών

Το βιαστικό φιλί των υγρών χειλιών...

όλα πια μαζεμένα στην σκοτεινή αποθήκη της Μνήμης

σχεδιάζουν τώρα πια εδώ κι εκεί

στης μάντρας τα κάτασπρα τούβλα

σκιές γνώριμες παλιές

από κάθε νυχτέρι...

Κυριακή, 1 Αυγούστου 2010

...σε μια έμμονη Ιδέα!



Ανοίγω την πόρτα και Βγαίνω στο δρόμο

Γυρίζω το βλέμμα και Διπλώνω τ' αστέρια

Ελπίζω στα μάτια μου και Ζυγίζω το δάκρυ

Ηδονίζω το φεγγάρι και Θαμπώνω τα σύννεφα

Ικετεύω την καρδιά μου και Κολακεύω το πνεύμα μου

Λησμονάω τα πάθη μου και Μαλακώνω το ινάτι μου,

Ναυτολογώ τα λόγια μου και Ξανάρχομαι μέσα.

Ορκίζω τις σκέψεις μου και Πουλάω τους ανύπαρκτους.

Ριζοβολάω στα πόδια μου και Σχίζω πια τα ρούχα μου.

Τραβάω τις σάρκες μου κι Υφαίνω τα νιόνειρα.

Φωνάζω σε μένα και Χαϊδεύω τα μαλλιά του καθρέφτη.

Ψυχώνω το αίμα μου κι Ωριμάζω... σε μια έμμονη Ιδέα!

Ω ΘΕΕ ΜΟΥ ΕΣΥ!

Ω ριμάζω σαν κόκκινο μήλο στο δέντρο της ποίησης

Θ ωπεύω τις αγιασμένες στιγμές της ακμής,
Ε λπίδα σα γεμίζω για αύριο,
Ε υχές σαν σκορπίζω στο μεγάλο ποτάμι.

Μ ε πλουτίζει κάθα αέρινη κίνηση,
Ό ταν στρέφει και φυσά στο μυαλό μου.
Υ ψηλούς στόχους ψημένους στο χέρι

Ε πιδίδω στην αφή της δικής μου της θέλησης.
Σ τεριώνω περισσότερα άξια δώματα πια
Υ ποσχέσεων, καταπράσινων λογων μου.

Παρασκευή, 30 Ιουλίου 2010

Σε μια λευκή σελίδα

Σε μια λευκή σελίδα
είδες τον κόσμο που δε γνώρισες,
είδες ψυχή που βρήκε τείχος
στη ματιά και το αγκάλιασμα...

Σε μια λευκή σελίδα
είδες την άρνηση που πόθησες,
είδες το δυνατό το "όχι" σου
σ' ό,τι γεννήθηκε μαζί σου
σ' ό,τι σε έθρεψε...

Σε μια γυμνή σειρά από 'κείνη τη σελίδα
είδες ό,τι σε έφερε κοντά
σε τούτη τη στιγμή
που έχεις πιάσει πάτο!

Τρίτη, 13 Ιουλίου 2010

Στην απόμερη μνήμη

Στην απόμερη μνήμη
η σκιά μιας κραυγαλέας ειρωνείας
σακατεύεται
χτυπώντας τα πόδια της
στο πεζούλι της πικρής ηδονής.

Στάλα στάλα γεμίζει το μέτωπο
με ιδρώτα αγωνίας
πλημμυρίζοντας
τις λακιές των ματιών
στη σκηνή που ξανά ξεπροβάλει.

Κλειδωμένο δωμάτιο ο νους
και κλειδί δεν υπάρχει.

Εκεί μέσα η σωτηρία της ψυχής
πάνω κάτω πηγαίνει
στο σοκκάκι της απόμερης μνήμης
σαν το αίμα
των γυμνών ακροδάκτυλων
κοκκινίζει συνεχώς το πεζούλι.

Δεν υπάρχει παράθυρο
δεν υπάρχει ούτε πόρτα.

Πέρα... κάπως έτσι θα βγει
μέχρι εκεί...
που το σώμα θ'αχνίσει.

Τρίτη, 8 Ιουνίου 2010

Το ταξίδι

[ Μια μνήμη ήρθε από παλιά... και χόρεψε για λίγο στο μυαλό μου ]

(Στο Φώτη)


Ο ήχος
της νεότητας
είναι
καθάριος
τα τύμπανα
αντηχούν
στο ύψος
των αιθέριων ρευμάτων.

Η φλόγα
της νεανικής ψυχής
καυτός πυρήνας
το ηφαίστειο
τη λάβα του
τινάζει
στο ύψος των κυμάτων.

Το γέλιο
γίνηκε
ρούχο πολύχρωμο
και η ματιά
πήρε
τη γεύση του έρωτα
έγινε βλέμμα
πιο βαθύ
κι από την άβυσσο

κι άρχισε το ταξίδι...

Πέμπτη, 3 Ιουνίου 2010

Ζωντανές σκιές


Η γη του χαλκού
θα πεθύμησε πάλι
τα γυμνά τα κορμιά
της ζεστής εφηβείας

και ο κύκλος της φωτιάς
θα ονειρεύεται ακόμη
τις απαλές ταλαντεύσεις
των ανέμελων γέλιων.

Μια γιαγιά
θα προσμένει για πάντα
να κεράσει με σπόρια
τα τρελά τα πουλιά

κι ένας βράχος ψηλός
θα κρατά μες το χρόνο
να γεμίσει με χρώμα
τις εικόνες που σβήνουν.

Ο χώρος πάντα κρατάει
ζωντανές τις σκιές...

Τετάρτη, 26 Μαΐου 2010

για μια άνοιξη....

για μια άνοιξη
που έχει πάψει να πορεύεται σε οδό προτεραιότητας
για μια άνοιξη
που το κόκκινο
προμηνύει την αποσύνθεσή της
για μια άνοιξη
που τα άνθη της σκορπίστηκαν από το χέρι της ύβρεως
για μια άνοιξη
που κλαίει μαζί με τις κλαίουσες
για μια άνοιξη
που δεν έχει χώρο για να αφήσουν ανέμελα ίχνη οι γιοι μας
για μια άνοιξη
που πρόσθεσε άλλη μια χαραξιά στον ανελέητο χρόνο που τρέχει πάνω μας
για μια άνοιξη
που κρύβει ατέχνως τα μουντά χρώματα του χειμώνα που επιμένουν
για μια άνοιξη
που ξέχασε τα αντιπηκτικά της χάπια στο κλειδωμένο συρτάρι
για μια άνοιξη
που ο τράχηλός της φόρεσε την αρτάνη της απόγνωσης
για μια άνοιξη
που ο ποιητής την άφησε να περιμένει στο βάθρο της
για μια άνοιξη
που ο ήλιος της έχασε κι αυτός το δρόμο της δικαιοσύνης
για μια άνοιξη
που το αμάρτημά της μας έβγαλε σε πλανημένα μονοπάτια
για μια άνοιξη
που κράζει γοερά μέσα στον μπουχό που σηκώνει ο κόσμος
και μάταια ψάχνει
την Άνοιξη
με τον Ήλιο που θα φωτίσει
τον Κόσμο
τον Μέγα!

Σάββατο, 8 Μαΐου 2010

Στο στίβο




Τα γυμνά τους κορμιά ποτέ δε θαυμάζεις
πώς ασκούνται και πριν τον αγώνα,

μα το τέρμα του στίβου μονάχα κοιτάζεις
σα λουφάζεις στον παλιό σου χιτώνα.


Δεν προσέχεις τις αρχές που έχει κάθε βατήρας
και τη ζεστή ανάσα που λυγίζει τ' ατσάλι,

ψάχνεις μόνο να κρύψεις το δικό σου το γήρας
αγνοώντας ολότελα της ζωής σου το χάλι.


Σαν ανάβει των νέων τη φλόγα ο ήχος
και αυτοί τρέχουν κατευθείαν στην νίκη,

μπρος στα μάτια τους υψώνεις πελώριο τείχος
κι ετοιμάζεις για χάρη τους μόνο άνομη δίκη.


Μα αυτοί με το στέρνο χαράζουν τ' αόρατο νήμα
με φωνή και χαρά τον αγέρα αναδεύουν,

της δικής σου σαρκός τελικά ανοίγουνε μνήμα
και το νου σου ανόσιες μνήμες παιδεύουν.


Έτσι των γυμνών ημιθέων το υπέρτατο κάλλος
μιας ταπεινής ελαίας κλαδί θα τιμήσει,

κι ο δικός σου αιώνιος απαίσιος κάλος
μονάχα με κυπαρίσσου κλωνιά θα γεμίσει.


Γιατί την ψυχή των ανθρώπων των νέων
τη φωτίζει γι πάντα ένα αστέρι λαμπρό,

ενώ σένα που είσαι δήθεν από ράτσα γενναίων
θα σε διώχνουν στον Άδη όπως ένα λεπρό.

Το σήμερα



Στέκεσαι για λίγο
μπροστά στο είδωλό σου που χτενίζεται
και το ρωτάς ξανά
αν θα μπορέσει να βγει στο δρόμο.

Εκείνο γυρνά μεσ' το δωμάτιο
ψάχνει να δει τι θα φορέσει
κι αν μέσ' το πορτοφόλι του
έχει τα χρήματα της δόσης να πληρώσει.

Ντύνεται αμήχανα
φορά δεμένη τη γραβάτα κατευθείαν
και το παπούτσι του στενό
άλλο δεν επιτρέπουν ν' αγοράσει άλλο.

Πίνει μια κούπα με καφέ
και αφήνει ζάχαρη κάτω απ' τη γλώσσα
γιατί σαν φύγει για δουλειά
κάποια στιγμή την έχει ανάγκη σίγουρα.

Πριν κλείσει την πόρτα του σπιτιού
ρίχνει μία ματιά στο χώρο
δεν ξέρει αν γυρίσει πάλι
ίσως και να' χει αλλάξει η κλειδαριά.

Μα και στο δρόμο καθώς βγαίνει
κάθε πορεία του φαίνεται τόσο φορτική
κι η ζώνη σφίγγει το κουρασμένο του κορμί
δεν έμεινε όμως άλλη τρύπα.

Πέμπτη, 6 Μαΐου 2010

Έκσταση

Όλα πιστά
στο καθρέφτισμα των υψίστων υδάτων
και τα μάτια στενάζουν
στη συμμετρικότητα τούτη.

Πόσο διάφορος διάκοσμος σε τούτη
την κυκλική τη φορά
που χαράζει μια ψεύτικη Εδέμ
που ανεβαίνει δήθεν περήφανη.

Και η επαφή με τους γύρω
μονάχα "εν λόγοις δάκνου" να γίνεται
μέχρι εκεί που κλίνουν το γόνυ
στη στροφή και το λούφαγμα.

Κι όλα αστράφτουν μόνο στο κατώφλι
της κάθε πλημμύρας οικείων εικόνων
και μονάχα οι σκιές προσφέρουν ασφάλεια,
μόνο ο χρόνος προστατεύει το φως.

Ο λόγος του μυαλού λούζει το σώμα
και η μνήμη γυρίζει στην έγνοια της
στην αγκάλη τη βάζει
και στο όνειρο ψάχνει την τέλεια συνεύρεση.

Κυριαρχεί η πλατύφυλλη φύση
κι ο καρπός στο κλαδί κατακόκκινος
χυμούς να ποτίσει με το λαίμαργο στόμα
τη διψασμένη καρδιά.

Η θάλασσα απλώνεται ήρεμη
και η άμμος ζεστή σαν τον κόρφο της μάνας
το γυμνό το κορμί που κυλιέται
το γεμίζει με τόσους κόκκους αγάπης.

Το αγέρι γλυκό σα νανούρισμα
που έρχεται από μια άλλη εποχή
ετοιμάζει την ψυχή για έναν εξαίσιο χορό
και το κάλλιστο ούρλιαγμα!

Η ευχή

Τα γυαλιά κρεμασμένα στη γεμάτη σελλήνη
και τα κλειδιά κάπου μέσα στο χώμα,
το τσιγάρο αναμμένο ψιθυρίζει στον άνεμο
κι η φανέλα βρεγμένη κι απλωμένη στο στρώμα.

Ένας νέος ημίγυμνος
αναδεύει το χρόνο
διαβάζει των πουλιών το φτερούγισμα
κι εύχεται να'ναι καλοί οι οιωνοί
στο γύρισμα τούτης της ρόδας
ως την πύλη του κόσμου.

A!

Σκυφτός
πάνω σ' ένα μικρό μαύρο τραπέζι
σταθμεύω την κίνηση του χεριού μου,

και με το νύχι χαράζω αργά
το όμορφο κεφαλόγραμμα της ζωής μου
με το θαύμα στο τέλος του.

Τόσα χρόνια μετά

το μαύρο χρώμα του μικρού τραπεζιού απλώθηκε
η σκόνη πότισε τη μικρή διαδρομή του νυχιού
σαν το πρώτο το γράμμα πια έχει χαθεί
και το θαύμα στο τέλος μια απλή χαραξιά....

Το μυστικό λημέρι

Περιμένει η άδεια αγκαλιά
το δικό σου το σώμα

και το φιλί μου τ' αχνό
σταλιάζει στο στόμα...

Το αίμα μου παίρνει φωτιά
στο δικό σου το χρώμα

μα το χέρι δειλό
πεταμένο στο χώμα...

Μια ψυχή που παίρνει ζωή
στο δικό σου το σήμα

με το πόδι χωλό
στερημένο από βήμα...

Μ' αγωνία προσμένει το βλέμμα
το δικό σου το σχήμα

κι η φωνή μου ζεστή
στο πιο όμορφο ρήμα...

Σ' αγαπώ σου φωνάζω
της ζωής μου γεμάτο πανέρι
θά' σαι πάντα για μένα
το μυστικό μου λημέρι.

Το παιδάκι


(Στην Αθωότητα)

Μες της νύχτας ετούτης τα άνοστα χρώματα
βγήκα μια βόλτα με του μυαλού μου τ' αρώματα

κάπου εκεί στη γωνιά βρήκα παιδάκι να κλαίει
κι ό,τι είχε στην καρδιά του στο φεγγάρι να λέει.


Ήταν τόσο μικρό μπρος στην απέραντη νύχτα
σε μια άλλη αγκαλιά όλο απαίσια νύχια

δίχως μάτια να λάμπουν σε κοίταγμα εξαίσιο
παρά μόνο ένα άγγιγμα από χέρι απαίσιο.


Τα γλυκά του τα μάτια στάζανε κόκκινο αίμα
σαν του φόρεσαν κι αυτού ακάνθινο στέμμα

τα κοντά παντελόνια του γέμισαν ξένη δροσιά
σαν το στρίμωξαν λύκοι σε κλειστή δημοσιά.


Εφιάλτης ακόμα στης ψυχής του τα μάτια
ένας πόνος και μια πίκρα για τα χαμένα τα νιάτα

με τραγούδια παλιά που γυρίζουν στ' αυτιά
και θυμίζουν την πίκρα και καμία χαρά.

Τετάρτη, 5 Μαΐου 2010

Η δική μας Κυριακή!



Όταν θα φτάνει Κυριακή,
στα χρόνια που μας μένουν,
θα ψάχνουμε τα χέρια που μας δένουν
με τη δική μας Κυριακή.

Όταν θα φτάνει Κυριακή,
στα χρόνια που γερνάμε,
θα ψάχνουμε την όψη που αγαπάμε
απ' τη δική μας Κυριακή.

Όταν θα φτάνει Κυριακή,
στα χρόνια που θα καίνε,
δε θα αφήνουμε τα μάτια μας να κλαίνε
για τη δική μας Κυριακή!

Quo vadis?

Quo vadis, Αντώνιε;

Ποια γυναικεία δάκρυα σε τραβάν μακριά;
Ποια πελώρια τείχη σου σαλέψαν το πνεύμα σου;
Ποια Κλεοπάτρα σε μάγεψε και σε σέρνει
με αχρείο πλοιάριο.

Quo vadis, Αντώνιε;

Με ανέμους Μινωϊκούς συντροφιά σου
σαν ξεπροβάλεις στον ξερό τον ορίζοντα
και τ' αδέλφι προδίδεις
σαν τ' αφήνεις μονάχο στο αίθριο
δίχως φρούτα κι εδέσματα
δίχως λίγο γλυκάδι απ' το Διόνυσο.

Quo vadis, Αντώνιε;

Δεν την νιώθεις την έλλειψη;
Τόσο θάμπος στα μάτια απ' την κιτρινη άμμο;
Και το πράσινο χρώμα της γης που αφήνεις;
Πώς το πούλησες έτσι;

Quo vadis, Αντώνιε;

Ποια παγίδα θα στήσεις στις αχτίδες του ήλιου;
Σε ποιον Τίβερη θα πνίξεις το γέλιο;

Quo vadis, Αντώνιε;

Στην ανάξια χήρα του βασιλιά της Αιγύπτου.
Στην στεγνή κι άθερμη σάρκα του νότου.

Μια ζωή νεκρική σε προσμένει
μακριά απ' το πλήθος του Λάτιου.

Quo vadis, Αντώνιε;

Και φωνή απαντά :

" Στης ζωής μου το θάνατο, Οκτάβιε! "

Καληνύχτα σου, άρχοντα!
Το σκοτάδι για σένα
και το άστατο αίμα σου!

Σάββατο, 1 Μαΐου 2010

Μια κραυγή σιωπής




Δε μιλώ, τα χείλη μου πάγωσαν
όλα τούτα,
κορμιά που μαράζωσαν
δυο σκιές επάνω σε στρώματα
λίγες σταγόνες απ' αρώματα.

Δεν κοιτάζω, τα μάτια μου βούρκωσαν
όλα τούτα,
παράδοξο κι όμως γέρασαν
είναι πέταλα σκορπισμένα στα χώματα
λίγη σκόνη μέσα στα δώματα.

Δε μιλώ, για χορούς που εχόρεψα
όλα τούτα,
πληγές που τις φόρεσα
της ηδονής τα πικρά της τα βήματα
που ζητούσαν λίγα σκιρτήματα.

Δε λυπάμαι, γι' αυτά που με κέρασαν
όλα τούτα,
πίσω απ' τον ήλιο πια πέρασαν
ήταν τελικά της ζωής μου καμώματα
που τους έδωσα άχαρα χρώματα.

Μεσ' της νύχτα το γεμάτο φεγγάρι
άνοιξα πια της ψυχής μου τα γράμματα
μια ματιά αστραπή μονάχα τους έρριξα

μια κραυγή σιωπής τα έπνιξε
μια κραυγή σιωπής με έπνιξε!

Ν... Τ... Ι... Ν... Α...

Ντύνομαι στα άσπρα
κόκκινη η καρδιά μου,
λουλούδι από γλάστρα
στολίδι στα μαλλιά.

Τρέχω μεσ' το δρόμο
ψάχνω τη μιλιά μου,
πιάνω έναν ώμο
κι όλα παν' καλά.

Ίδια παρουσία
μέσα στα όνειρά μου,
βρίσκω την ουσία
μέσα στη χαρά.

Νιώθω δύο χέρια
κι αφήνω τη χαρά μου,
παίζουνε τα τέλια
πίνω στην υγειά.

Αγκαλιά από γύρη
γεύεται η γλυκιά μου,
κι ένα πανηγύρι
με πολλά φιλιά.

Παρασκευή, 23 Απριλίου 2010

Αχ! μικρή μου καρδιά!




Μία βάρκα με πανί στο γιαλό μου
και μ' αγέρι Βοριά
με φορτίο για σε το μυαλό μου
αχ! μικρή μου καρδιά!

Μ' ένα κύμα θα' ρθει να αράξει
στη χρυσήαμμουδιά
τα γυμνά σου πόδια να βρέξει
α! μικρή μου καρδιά!

Μια γοργόνα στα βράχια θα κάτσει
με τραγούδια γλυκά
την αγάπη μου για σένα θα δείξει
αχ! μικρή μου καρδιά!

Λίγα κρίνα της άμμου θα πλέξει
στα ξανθά σου μαλλιά
και το μπλε των ματιών σου για μένα θα κλέψει
αχ! μικρή μου χαρά!

Σαπισμένο καράβι




Σαπισμένο καράβι κατάντησες
για ταξίδι αβέβαιο
και η Μοίρα η γριά
στην πρύμνη κυρά και αφέντρα
απ'το χρυσό το λιμάνι σε έβγαλε
σε θάλασσα πολύ μουτρωμένη...

κι έτσι σάπιο σαν φάντασμα

με ορχήστρες στ' αμπάρι κλεισμένες

και το πλήρωμα νεκρό στο κατάστρωμα

με τις βάρκες σχισμένες στον πάτο

και το γέρο καπετάνιο στη γέφυρα

ξεπροβάλλεις γελοίο πλοιάριο
σε φουρτούνες μουντές
για ταξίδι ειρωνείας.

Ο ουρανός σπασμένος στα δύο
μια σου δείχνει τον ήλιο χαμένο
μια τα κύματα χτυπημένα στον άνεμο πάνω.

κι οι βροχές σου αρχίζουν και τρέχουν
σαν οι σειρήνες γελάνε μαζί σου
κι ο θεός της Θαλάσσης κοροϊδεύει την παλιά σου την άγκυρα.

Μα αφού βγήκες
- κι ας μη το' θελες τούτο -
να κοιτάξεις μη χάσω τό δρόμο
να προσέξεις νικητής
να γυρίσεις στο νησί του επικού βασιλιά
μακρυά
από τόσους υφάλους.

Κυριακή, 4 Απριλίου 2010

Γιατί κοιτάζω τη θάλασσα;


Δεν με ενοχλεί
να με αφήνεις
με τις ώρες
να βλέπω τη θάλασσα
...

Αλλά με ενοχλεί
όταν μετά από αυτές τις ώρες
με ρωτάς
γιατί την κοιτάζω
...

Δευτέρα, 29 Μαρτίου 2010

Κι εγώ διαβάζω...

Μεσημέρι

τα κορμιά έχουν γεμίσει τα στρώματα
- στάσεις διάφορες
εκφράσεις ποικίλες
κι η ανακούφιση κοινή -

Το μεσημέρι επιμένει...

κάποια κορμιά ετοιμάζονται να πηδήξουν τα σύρματα
άλλα πάλι ζητάνε λίγη δροσιά σε κάποιον ίσκιο

κι εγώ διαβάζω...

Το μεσημέρι ακόμα επιμένει...

κάποια κορμιά είναι καρφωμένα πάνω στα σύρματα
κάποια άλλα καμένα κάτω απ'τον ήλιο

κι εγώ διαβάζω...

Το μεσημέρι απόκαμε μα...

όλοι πια στην ίδια στάση,
στην ίδια έκφραση
και στην ίδια κοινή ζωή

κι εγώ διαβάζω!

Κυριακή, 28 Μαρτίου 2010

ένα βουνό κι ο ωκεανός.... μαζί

Στην άκρη του διαδρόμου έφτασε,
με στήριγμα του φεγγαριού το φέγγος
και με τραγούδια της σελλήνης
το φόβο να διαλύει...

κι έμεινε εκεί
καθάριες οι αυλές τριγύρω
καθάρια και η όψη δίχως ρήγματα...

το φως της πόρτας μια χαραμάδα
μα πίσω απ'αυτή μια σειρά
στρωμένα πλούσια τραπέζια...

μνήμη οικεία δροσερή
ψηλά μέσ' την ομίχλη
μακριά από τον όχλο των πεζών
μακριά από τη λύπη...

μπαίνει δειλά
η Άνοιξη μη σπάσει τα κλαδιά της
να μην ξεσπάσει η σκουριά στα σκέλια...

το σπάραγμα να' ναι γλυκό
κι ο τοίχος τυχερός με τη σκιά του
το ζάλισμα γνωστό
το χάδι το μοιραίο
το λούφασμα στον ήχο της καρδιάς...

και το μαχαίρι μακριά
να μη γυρίσει στα πλευρά

τα βλέφαρα να μη βρεθούν μπρος στο κλειδί

κι η σάλα μη γεμίσει με σκόνη κόκκινη...

ένα βουνό κι ο ωκεανός.... μαζί

Ένα "άλογο"¨ ... ον




Φτωχό πουλάρι φάνηκε
σε σταύλο άθλιο
με ψεύτικο σανό στο στόμα...

μα γέννηκε σιγά σιγά
άτι ατίθασο
τη μαύρη χαίτη να σηκώνει
και με τα μπρος τα πόδια στον αγέρα
τους άξιους στο χώμα να πετά
και σαν τους ρίχνει
κάτω να τους πατά στην άδικη την πτώση - π' ονομάζω!
και με τα μάτια κόκκινα
και με τα δόντια έκδηλα
και τη φωνή αγρία.

Το πάμφτωχο το άγολο
ποτέ δε το κατάλαβε
ετούτο το κομμάτι της ζωής του
του πέρνουνε τα σιδερένια πέταλα
και τα πλουμίδια από τη σέλα
και το αμάξι του μακριά
με όλο το χρυσάφι μέσα.

Έτσι φτωχό θε να γερνά
μεσ' τον υγρό του σταύλο
στο όνειρό του συνεχώς
να τρέφει την πρωτιά του
που τελικά ποτέ δεν κέρδισε σε δίκαιους αγώνες - 'πως φαίνεται...

Οι μόνες που του στέκονται
κάτι βρωμιάρες μύγες!

Κυριακή, 21 Μαρτίου 2010

Το πάθος της φύσης

Τα φύλλα των δένδρων
κινούνται αδύναμα
στον τρελό αγέρα
κι ο ήλιος
τσακίζει τους πάγους
στις κορυφές τις ανόητες.

Λυγίζουν τα άκρα,
οι λίμνες φωνάζουν
τη δική τους λύτρωση
απ’ το στρώμα το μαύρο
που γλείφει τις όχθες τους.

Κι όλη η φύση
πάσχει απ’ τη φύση της
και οι ελπίδες μικρές
για λίγο αγιόκλημα.

Κι όλη η φύση
πονά τη δική της μορφή
κι οι ευχές λιγοστές
για μια πασχαλιά.

Τετάρτη, 3 Μαρτίου 2010

Η χαμένη αχτίδα

Στο κατάστρωμα του πλοίου που με ταξίδευε άνοιξα το μαύρο μου πουκάμισο κι είδα
ότι μέσα στη λάκα του λαιμού μου βρισκόταν μια αχτίδα.

Απόρησα... μα αμέσως τη ρώτησα πώς βρέθηκε κεί πέρα.

Κι αυτή μου απάντησε :
« Σαν ξεκίνησα από εκεί ψηλά, έβαλα στόχο τα μάτια σου.
Και κατέβαινα όλο χαρά ότι εκεί θα ζήσω για πάντα.
Όμως μόλις έφτασα κοντά σου δυστυχώς κάποιος σε φώναξε.
Γύρισες το κεφάλι σου κι εγώ καρφώθηκα στα μαλλιά σου.
Μπλέχτηκα για τα καλά και μάταιος ο αγώνας μου να βγω στον κρόταφό σου.
Εκεί που ίσως με ένα χτύπημα να μπορούσες να με δεις.
Αγωνίστηκα πολύ,μα δε τα κατάφερα.
Ταλαιπωρήθηκα πολύ κι αποκοιμήθηκα.
Όταν ξύπνησα,δεν ήμουν στα μαλλιά σου!»

[ Τότε άστραψε ο νους μου από τη θύμηση της μέρας εκείνης.
Τη θέρμη της αχτίδας την είχα νιώσει…
Ναι ήταν λίγα εκατοστά πιο εκεί.
Μα που να ήξερα…
Μια θέρμη που το άλλο πρωί σαν χτένισα τα μαλλιά μου κύλησε στο σβέρκο μου.
Και από εκεί την ένιωσα να μπαίνει στο κορμί μου και να καρφώνεται στην κλείδα της ωμοπλάτης μου.
Χρόνια πολλά το ένιωθα αυτό το κάψιμο….
Μα κανείς δεν μπόρεσε ποτέ να μου πει τι ήταν.
Κανείς δεν αναρωτήθηκε για το μελαγχολικό μου βλέμμα,
Κανείς δεν απόρησε για το σκοτεινό μου πρόσωπο,
Κανείς δεν θέλησε…» ]

Κάποια στιγμή όμως ένιωσα την αχτίδα να ταράζεται.
Την έβλεπα να πάλλεται και να προσπαθεί να σκαρφαλώσει στο μάγουλό μου.
Δεν έδωσα καμιά σημασία και συνέχισα να μιλώ…

«… Σιγά σιγά σκούρα χρώματα έβαψαν για πολλά χρόνια τα βαριά ενδύματά μου
και κάλυψαν το σώμα μου στιγμές πολλές προσφέροντάς μου γι’ απόλαυση την κάψα
που άφηνε η αιχμάλωτη αχτίδα μέσα μου.
Κι εκεί μέσα έμεναν κλειδωμένα όλα εκείνα που μου είχε δώσει ο Θεός για δώρα.
Έμειναν εκεί για χρόνο πολύ κι έχασαν κι αυτά σιγά σιγά τη δύναμή τους.
Μαζί τους κι εγώ ζούσα την αλήθεια ενός ψέματος.
Κι έτσι έμαθα να ζω και να πορεύομαι… Και νόμιζα ότι όλα καλώς πηγαίνουν…»

Εκείνη όμως όσο μιλούσα, πιανόταν από τα γένια μου και ανέβαινε.
Την ένιωθα τώρα να καίει στο μάγουλό μου.
Σταμάτησα να μιλάω κι έμεινα να κοιτάζω το δικό της ταξίδι.
Σιγά σιγά την ένιωθα όλο και να ανεβαίνει.
Αργά, αργά…
Δε μιλούσα σε κανέναν, δεν πρόσεχα κανέναν, δεν απαντούσα σε κανέναν…..
Το μυαλό μου πια ήταν στραμμένο μόνο σ’ εκείνη την αχτίδα που τόσο άδικα είχε χάσει το δρόμο της.
Κι ο χρόνος κυλούσε… Αργά, αλλά σταθερά. Μερόνυχτα, χωρίς φαί, χωρίς νερό.
Εκεί πάνω στο κατάστωμα του καραβιού που με ταξίδευε.
Ήθελα να γυρίσω το χρόνο πίσω... τη στιγμή εκείνη που ο Θεός έστελνε τις αχτίδες της ζωής…
Κι εκείνη την έβλεπα ότι έλαμπε όλο και πιο πολύ.
Την ένιωθα σίγουρη ότι τώρα πια δεν θα έχανε το δρόμο.

« Λίγο ακόμα….» Μου είπε κάποιο πρωί.

Ναι το έβλεπα κι εγώ. Το ταξίδι τελείωνε…
Όλοι οι επιβάτες ήδη βρίσκονταν στο κατάστρωμα.
Ήταν γύρω μου με τα μπαγάζια τους έτοιμοι για αποβίβαση.
Φιγούρες ανθρώπων που δεν μπορούσα να τους δω καλά.
Θολά πρόσωπα, Σκοτεινά κορμιά… Δεν μπορούσα να δω τίποτα άλλο…

Κι εγώ στην αγωνία μου… « Άραγε θα προλάβει;»
Βάλθηκα να κουνάω τα βλέφαρά μου, για να βοηθήσω την αχτίδα να φτάσει.
Κι εκείνη χοροπηδούσε όλο και πιο ψηλά…
Μια κάψα άγγιξε την άκρη του ματιού μου,εκεί ακριβώς που σκάει το δάκρυ.

« Όχι Θεέ μου, τώρα. Δε θέλω να κλάψω τώρα…»
Ο φόβος μου, μήπως και κάψω την αχτίδα με έκανε να ιδρώνω ολόκληρος.
Σκούπιζα συνεχώς το μέτωπό μου και ρουφούσα τη μύτη μου.
Κατάπινα το σάλιο μου και προσπαθούσα να χωνεύω τον ιδρώτα μου.

Και ξαφνικά… Το βλέμμα άλλαξε, η κόρη του ματιού μου γέμισε χρώματα.
Αναγνώρισε την αλήθεια του ψέματος, μα δε της μίλησε, ούτε της παραπονέθηκε.
Ούτε με το Θεό τα έβαλε.

Είπε στα βλέφαρα να κλείσουν κι άρχισε να ζει!

Σάββατο, 6 Φεβρουαρίου 2010

Τι λες;

(Στο Βάϊο)

Κάθεσαι απέναντι
μέσα στο κέρινο σκοτάδι
με μάτια που γυαλίζουν
από το τσίπουρο
μα η ψυχή σου λάδι.

Και δε μιλάς
με λόγια από το στόμα
μα η ματιά το βάσανο παιδεύει
και δείχνει στο μυαλό
το δρόμο για τη λύση.

Σκέφτεσαι την αγάπη
αν είναι τόσο δυνατή
καθώς το ένα βλέφαρο
ζητά να μάθει
σαν σκύβει και καλύπτει
τη ζαλισμένη του την κόρη.

Ψάχνεις τους τοίχους
κι η αγωνία σου γίνεται σκιά
ένα άγγιγμα θα ήταν πράγματι μαγεία
τώρα που έχεις μείνει μόνος δίχως κείνη.

Τι λες;
θα έρθει απόψε η νεράιδα;
θα σου χαϊδέψει τα μαλλιά;
θα σου μίλησει για το θαύμα;
ή θα σ' αφήσει να χτυπάς
με τ' όνειρο την νύχτα;

Τρίτη, 26 Ιανουαρίου 2010

Κάποιο καλοκαίρι

Τα καλοκαίρια δεν προδίδουν τους οπαδούς τους. Αισθάνονται ευγνωμοσύνη για την πίστη τους και δεν τους αφήνουν γυμνούς στις παραλίες κλέβοντάς τους το φως του ήλιου.
Ένα τέτοιο καλοκαίρι θυμάμαι κι εγώ. Ένα καλοκαίρι παθιασμένο, ερωτικό, πρωτόγνωρο...
Ήταν τότε που τα μαλλιά μου έπαιρναν χρώμα χρυσαφί κάτω από τον ήλιο και χρώμα άλικο κάτω από το φεγγάρι. Εκείνο το πελώριο αυγουστιάτικο φεγγάρι που με μετέφερε με τον δικό του μοναδικό και σιωπηλό τρόπο στα σεντόνια της γυμνής αλήθειας, όπου τα σώματα δεν είναι αρκετά για να τα γεμίσουν, αλλά απαιτείται η ψυχή και το φτερούγισμά της. Το φτερούγισμα που ένιωσα καθώς χανόμουν μέσα στο βλέμμα εκείνης της αιθέριας παρουσίας που εμφανίστηκε μπροστά μου σαν πυγολαμπίδα και φώτισε με ρυθμό και ηδονή το σκοτάδι. Σιγά σιγά το πέρασμά της ήταν και πιο έντονο, η προσέγγιση πιο ισχυρή και τέλος η εισβολή της εκρηκτική...

Το πλέξιμο των ποδιών μας κάτω από το μικρό στρογγυλό τραπέζι έδιναν τις πρώτες διακριτικές προσκλήσεις, τις πρώτες δειλές υποσχέσεις αληθινής απόδρασης, ενώ το ολοστρόγγυλο φεγγάρι του Αυγούστου συνέχισε να προσφέρει την καθαρότητά του και την πληρότητά του. Τα μάτια μας είχαν ποτιστεί από την αγνότητά του και πρόφεραν με τέλεια άρθρωση τα συναισθήματα της ψυχής, αλλά και τις επιθυμίες της σάρκας μας. Το καλοκαίρι αυτό άρχισε να δείχνει το αληθινό του πρόσωπο. Ήθελε να δώσει την ευκαιρία για τη δημιουργία μιας αλήθειας. Ήθελε ωστόσο δύναμη το πρώτο άγγιγμα, το πρώτο πιάσιμο της παλάμης από την άλλη παλάμη που απεγνωσμένα προσπαθούσε να φτάσει στο τέλειο άγγιγμα. Ήταν αληθινός ο πόθος της αναζήτησης στη μυστήρια χούφτα της. Ήταν όμως και οι εμμονές του μυαλού που μου άνοιγαν μπρος μου άλλες σκηνές, άλλες σκιές...
Η παλάμη εκείνη όμως δεν ήταν μια κοινή παλάμη. Ήταν ολόκληρος ο κόσμος της που με σιγουριά με άφηνε να τον γνωρίσω. Ήταν πανέμορφη εκείνη η αίσθηση της ψιλάφισης. Ίσως γιατί το είχα ονειρευτεί πολλές φορές. Ένιωθα ότι εκείνο το καλοκαίρι μου έδινε την ευκαιρία να πιστέψω στη δύναμή μου. Χρόνια ολάκερα έβλεπα τη ζωή μου να χάνεται και μαζί της να παρασέρνει ανώφελα την παιδικότητά του, τη νεότητά μου να ρουφάει...
Πάνε οι σκιές, βούτηξαν μέσα στα κύματα και μόνο το φεγγάρι - εκείνο το αυγουστιάτικο φεγγάρι - είχε μείνει στην επιφάνεια της θάλασσας να κολυμπά ανάλαφρα. Πέταξα τα παπούτσια μου και άφησα τους πατούσες μου να περπατήσουν στα υγρά τα φύκια. Ξάπλωσα μαζί της στα ζεστά ακόμα βότσαλα και έκλεισα τα μάτια. προχωρούσα σιγά σιγά στη μύηση που ήθελα να φτάσω. Προχωρούσα ορμητικά σαν ακυβέρνητο καράβι, παραδομένο σε ταξίδι μυστήριο καθώς ένιωθα τα κύματα των δακτύλων της να χώνονται μέσα στα μακριά μαλλιά μου και να τα λούζουν με μια παράξενη ηοδή. Χαιρόμουν κάθε πίεση του αντίχειρά της στο σημείο που ο αυχένας σχηματίζει το βαθύ του αυλάκι και γίνεται διάδρομος για το γλυκό ανατρίχιασμα που θέλει να ποτίσει ολόκληρο το σώμα. Όμορφες και οι παραισθήσεις μου. Ο κόσμος μέσα μου έμοιαζε πια φιλικός, γιατί εκείνη τη στιγμή κάθε της άγγιγμα, κάθε στοργικό χάδι αφαιρούσε από τη μνήμη μου κάθε άλλη σκιά που με είχε πληγώσει...

Ο αγέρας είχε πια γαληνέψει τη φύση μας. Οι δρόμοι πια ήταν φωτεινοί κι απέραντοι. Ο χώρος ανυπόκριτος και ο χρόνος ανύπαρκτος. Τα μάτια εκεί μα οι κόρες τους γυρισμένες ανάποδα. Τα τυφλά πρόσωπα έλεγχαν τα πάντα με τη δύναμη της ανάσας που έβγαινε από τα ρουθούνια. Προσεχτικά τα χείλη διέσχιζαν τον αέρα και πάντα με την όσφρηση για οδηγό τους κατάφερα να έρθουν στην πρώτη τους επαφή. Έτσι τυφλά παρέμειναν και απολάμβαναν για ώρα την απαλότητα που έβγαινε από μέσα τους. Ένας νέος κόσμος εικόνων παρουιάστηκε στον καθαρό ουρανό. Ένα στρώμα αφρού που σε περίμενε να πέσεις από πολύ ψηλά σαν χορευτής, σαν ακροβάτης που αφήνει ελεύθερα τα χέρια του και είναι έτοιμο να χαράξει πορείες προς κάθε μεριά του ορίζοντα. Το καλοκαίρι συνέχιζε να είναι εκεί. Τα πρόσωπα συνέχιζαν να χορεύουν εκείνο το μαγικό χορό, τον ελεύθερο που σιγά σιγά απλωνόταν στα γυμνά σώματα. Το πάθος βρήκε διέξοδο στα χέρια και ένα δάκτυλο έγινε παιχνίδι μες στα χείλη. Το στόμα της πιπίλιζε την άκρη του δακτύλου μου λες και σε εκείνο το σημείο είχε βρεθεί η μυστική πηγή απ' όπου θα επακολουθούσε η επιβεβλημένη αφυδάτωση του κορμιού μου και η παράδοσή μου στις άγριες επιθυμίες της φύσης της. Γιατί είναι αλήθεια... όλα υπαγορεύονται από τη φύση και μόνο κάποιες αναστολές παραμορφωμένων ανθρώπων μάς κρατούν μακριά από την αλήθεια μας. Η ζωή μας σκοτώνεται από τους τύπους, δολοφονείται από τις συμβάσεις και τις υποκρισίες. κανείς δεν μπορεί να καταλάβει ή δε θέλει να καταλάβει... το καλοκαίρι θέλει χρώματα ζωντανά στα ρούχα, αλλά και χρώματα φωτεινά στα μάτια και στην ψυχή... θέλει δύναμη στα οστά των ανθρώπων, θέλει θέρμη στο αίμα... διαφορετικά το σώμα σαπίζει.

Η νύχτα γινόταν η βάση της εξαίρετης πράξης, καθώς κάθε κύτταρό μου έπαιρνε ζωή από τη ζεστή της ανάσα και κάθε κύτταρό της έπαιρνε ζωή απ'τη δική μου. Εκεί ανάμεσα στα φύκια, κοντά στο σκάσιμο του κύματος γεννήθηκε ένα πλάσμα που η θάλασσα το δέχτηκε με μεγάλη χαρά.

Εκείνο το καλοκαίρι δε μας πρόδωσε, γιατί πιστέψαμε στη δύναμή του, το πήραμε στα χέρια μας, το αγκαλιάσαμε κι εκείνο μας κέρασε με το δώρο της λύτρωσης!

Κυριακή, 24 Ιανουαρίου 2010

Η λήθη

Πάντα κοντά στο συρματόπλεγμα

θα ζητώ την ευκαιρία,
την αφορμή για να πηδήσω...

αφού εδώ που κλείστηκα
μόνη μου απόλαυση η λήθη,

οι μέρες που σβήνουν απ'τη μνήμη μου
κι η ηδονή που στέγνωσε
πάνω σε τούτα τα μουντά τα σεντόνια.

Στο γύρισμα του φεγγαριού




Μέσα στους δρόμους
γυρίζουν τα πόδια γυμνά
και δεν βρίσκουν στην άκρη τους
λίγη φροντίδα,
τα σοκάκια της σκέψης μου
μένουν βουβά
τα παιδιά που τα τρέχανε
πάλι δεν είδα.

Ένας σπίνος μικρός
ζαλίζει μια βιόλα
μες το κόκκινο χρώμα της
ζητάει να μπει,
στων χεριών τα σκοτάδια
χαθήκανε όλα
σαν ο χρόνος στενεύει
δίχως να' χει πνοή.

Στον καυτό τον αγέρα
πετάει ένα στάχυ
και σκορπίζονται οι σπόροι
στην κόκκινη γη,
τα στερνά μου τα όνειρα
γίνανε στάχτη
δε γεμίζουν τα μάτια μου
μ' άλλη ψυχή.

Την νύχτα ανασταίνεται
όμως μια φωνή
κι η σελήνη μαζεύει
τα μικρά της αστέρια,
απ' τη θάλασσα βγαίνει
μια νέα ζωή
θα κρεμάσει στους ώμους μου
δύο όμορφα χέρια.

θε' να βρουν μια φροντίδα
τα γυμνά μου τα πόδια
και στο κόκκινο θα' βρει
καταφύγιο ο σπίνος,
το χρυσό μας το στάχυ
θα ξανάβρει τ' αλώνι
κι η σελήνη στα ουράνια
θε να λάμψει σαν κρίνος.

Τα σοκάκια της σκέψης μου
θα γεμίσουν πάλι παιδιά
θα βραχούνε τα χέρια
με ολόφρεσκο νάμα,
στ' όνειρό μου θ' ανθίσει
μια αιώνια ματιά
και στους ώμους θ' αράξεις
δίχως άλλο πια κλάμα.

Κυριακή, 10 Ιανουαρίου 2010

E... K... T... O... Σ...

Έ...να όνειρο διπλωμένο και ριγμένο στα συρτάρια της ζήσης
δίχως λίγο ήλιο χρισμένο τη στιγμή της μοιραίας της δύσης.

Κ...αι το στρώμα γυμνό και χαμένο στο δρόμο της ευκολίας
δίχως λίγο σεντόνι λευκό τη ώρα της καθ' αγγελίας.

Τ...ο δάκρυ κι αυτό πετρωμένο στ'αγγίγματα της μυστήριας κλήσης
δίχως λίγο λόγο γλυκό στην ολοκλήρωση της γρήγορης πτήσης.

Ό...πλο όμως παραμένει οργισμένο στα ρινίσματα του αιώνιου λάθους
δίχως όμως βόλι κανένα στα πλευρά του άτιμου πάθους.

Σ...τίγμα με τέλειο τρόπο δεμένο στη σάρκα της αδύναμης φύσης
δίχως μάλιστα σθένος για να βρει την ευκαιρία μιας λύσης.

Τετάρτη, 6 Ιανουαρίου 2010

A...Π...Ω...Λ...Ε...Ι...Α...

Α - φού είναι περασμένη η ώρα της εισόδου και μετρημένα τα εισιτήρια της παράστασης

Π - άλι μονάχα τις ατελείς χρωματιστές φωτογραφίες κοιτάζεις στο πρόγραμμα

Ω - στε η επιθυμία της θέασης να εξαφανίζεται. άραγε οριστικά;

Λ - ίγες τελικά οι σειρές στην πλατεία μετά το χθεσινό φιάσκο της πρεμιέρας

Ε - κεί μόνο λίγοι κι οι πεζοί θεατές που θέλουν να λαδώσουν λίγο το μάτι τους

Ι - σως ελπίζοντας σε μια πρόσκληση ν' ανεβούν κι αυτοί στο πατάρι της τριμμένης σκηνής.

Α - λλά κι εσύ μην προβάλεις φτηνές δικαιολογίες, αφού και για σένα είναι ... ΑΠΩΛΕΙΑ.

Δευτέρα, 4 Ιανουαρίου 2010

ΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑ...ΑΘΩΟΣ

Αντικρίζοντας τη Θεία Δίκη
κι
Ανασκουμπώνοντας τα βαριά μου στοιχεία,

Αναιρώντας την τυπικότητα των ιεραρχιών
κι
Απορρίπτοντας τη μυθοποίηση των αξιών,

Ανατινάζοντας τη σεμνότητα των ιδεών
κι
Αντικρούοντας τις υποκρισίες των μαρτυριών,

Ανακρίνοντας τις σκιές του παρελθόντος
κι
Αποκαλύπτοντας τη λεπτότητα των υποθέσεων,

Αποβλέποντας την πλήρη δικαίωσή μου
κι
Αναμένοντας την καταδίκη των ιπποτών,

Αναφωνώ τη μονολεκτική απολογία μου :

Αθώος!

Κυριακή, 3 Ιανουαρίου 2010

Π...ό...ν...ο...ς

Π άγος με έλουσε,
σαν η φύση πληγώθηκε
και το στόμα σαν έγειρε
να φιλήσει το χώμα το βρόμικο.

Ό νειρα μ'άφησαν,
σαν η μέρα εφάνηκε
κι οι φωνές των τελάληδων
μου προσφέραν ειδήσεις φτηνές.

Ν ταούλια με κύκλωσαν,
σαν η κοροϊδία γελούσε
και μου φόρεσε κόκκινο ρούχο
να τιμήσει τον νου μου την ηλίθιο.

Ό ρκοι μ' απάτησαν,
σαν τα μάτια δε δάκρυσαν
μα γυρίσαν αλλού
και το "παν" περιφρόνησαν.

Σ άλπιγγες με συνόδευσαν
σαν η νίκη πλανήθηκε
και το εγώ πάλι πίσω στάθηκε
απ' αυτό το συναίσθημα.

Λ...Α...Τ...Ρ...Ε...Ι...Α...





















Λουλούδια φυτεμένα στο χιόνι
κι ο κόσμος μας γέμισε φύλλα...

στου ανέμου το απόσταμα
η παγωνιά άπλωσε το νυφικό της.

Αναμμένα τα ξύλα στο πλάι
κι η γωνιά μας γεμάτη πυγολαμπίδες...

στη μνήμη που ταξιδεύει
οι τοίχοι που μπουχτίζουν εικόνες.

Τραγούδια χωρίς λόγια
και το δώμα γεμάτο κορμιά...

στης νύστας το σβήσιμο
η έμπνευση φόρεσε στη μέση μαντήλι.

Ραγισμένα φαντάσματα
κι ο νους σε αμέτρητα ψίχαλα...

στης τύχης το χέρι
η μοναξιά που φουντώνει στα μάτια.

Ελεύθερη πτώση του χρόνου
κι η χαράδρα πάντα φοβίζει...

στα ρούχα που φθάρθηκαν
το στήθος φαντάζει ανίσχυρο.

Ικεσίες που αγαπούν το σκοτάδι
κι η βροχή ριχνεί βελόνες πικρές...

στης νίκης το πρόσφορο φως
η ευχή δεν έχει πια ήλιο.

Αγάπες που νύχτωσαν
και δώρο ψιχάλας αθόρυβης...

το τέμενος μια αγκαλιά
η Μούσα της ποίησης η μόνη λατρεία μου.