ΣΥΛΛΟΓΕΣ

Τρίτη, 27 Οκτωβρίου 2009

Όπως τότε....

Απόψε όλα είναι
κάπως…

Η σιωπή παράξενη
χτυπιέται στον τοίχο

Τα μάτια σφαλισμένα
ψάχνουν το όνειρο στο νωπό μαξιλάρι

Βαρέθηκαν τα χέρια να κρατούν το σκοτάδι για κάλυψη.

Έχω πεθυμήσει να σύρω έναν χορό
Δίχως
να μετρήσω βήματα
Χωρίς
να κάνω τη στροφή εκεί που πρέπει

Ένα χορό ελεύθερο
στο χώρο
Δίχως
να δέσω στη μέση μου ζωνάρι
Χωρίς
να μου κρατούν το χέρι

Ένα χορό δίχως να κλείνει σε κύκλο
Δίχως
να ντύνομαι με ψεύτικα στολίδια
Χωρίς
να κάνω σκέρτσα στον κόσμο.

Έχω πεθυμήσει
να βουτήξω στην αγκαλιά του Μορφέα
και να με δω να χορεύω -

ναι,
να χορεύωωωωωωω
με ανέμελο το βήμα μου
και με στροφές εκεί που
εγώ θέλω

νά’ χω τη μέση μου λυτή
το χέρι μου να χαιρετά τον ήλιο
μ’ ένα χαμόγελο γενναίο
Και τα μαλλιά να φεύγουν στον αγέρα.

Όπως τότε………

Κυριακή, 25 Οκτωβρίου 2009

Έχε γεια!


(Στο Αγνάντι)

Το γρασίδι πράσινο και ακμαίο
- καλά κουρεμένο

η μανόλια χαίρεται
...για λίγο τα σημερινά άνθη της

το αδέσποτο σκυλί παιδεύει
άλλο ένα ταλαιπωρημένο παπούτσι

το καράβι
στο γνωστό τελευταίο δρομολόγιο της ημέρας

ο νεαρός του πρώτου
- δε θυμάμαι το όνομά του -
απολαμβάνει τον έρωτα
πω, πω….
Πώς αντέχει;
έχει καύσωνα σήμερα…

η γιαγιά όπως πάντα στη βεράντα της
απέναντι από την ήλιο που σβήνει
με τα μάτια κλειστά αυτή και η αναπόλησή της...
ίσως στα χρόνια της ηδονής

ένα αυτοκίνητο ανεβαίνει τις στροφές του Αρέστι

το σπίτι της Αλεξάνδρας άδειασε
ίσως κάποιο κομμάτι από το παζλ κάτω από το κρεβάτι
κι ένα χάπι στο τραπέζι
- το νησί δε τη σήκωσε -

ο Νικόλας πάλι έπλυνε
αριστερά τα πουκάμισα,
δεξιά τα εσώρουχα,
στη μέση οι κάλτσες

ένα αεροπλάνο πετάει ψηλά,
ο ήχος του εκεί ψηλά μονάχα
ένα φίδι μαδάει πίσω του
κι ο απόηχος ξεθυμαίνει

η θάλασσα σήμερα είχε κύμα,
τα βράχια δροσίστηκαν
κι οι γοργόνες στο βυθό

τα κάγκελα θέλουν ξεσκόνισμα,
η αράχνη χαίρεται στον ιστό της
τα έντομα με καταριούνται

η μπουκαμβίλια φουντώνει όλο και περισσότερο…
ο αγέρας πιο δυνατός
κόκκινο χρώμα σκορπισμένο στο μπαλκόνι

ο ήλιος πνίγηκε στα κύματα
κι η νύχτα απλώνεται ήρεμη κι αυτή
- ήρεμος κι εγώ ετούτη τη νύχτα -

αναμμένα τα κεριά μου απόψε,
η μουσική δυνατά
– τελευταία ακούσματα
οι σκιές στους τοίχους έντονα
χορεύουν για λίγο ακόμα

δε θέλω να κοιμηθώ
- δε θα κοιμηθώ απόψε -

θα καθήσω τυλιγμένος
με τις όμορφες στιγμές της μοναξιάς μου
θα μιλήσω
με τους ανθρώπους του μυαλού μου
θα απολαύσω το πέρασμά τους
θα νιώσω τον ίσκιο τους
θα κρατήσω τη ματιά τους
θα γευτώ την ανάσα τους
θα αφουγκραστώ το γέλιο τους

έχω πολλούς ανθρώπους
– το νιώθω
και τους αγαπώ πολύ

αγαπώ τους ανθρώπους που μου λούζουν τα μαλλιά
αγαπώ τους ανθρώπους που μου δροσίζουν τα χείλη
αγαπώ τους ανθρώπους
αγαπώ τα πάντα τους….

άλλο ένα αυτοκίνητο
ανεβαίνει τις στροφές του Αρέστι
στη μια στροφή το μάτι σταματάει,
στην άλλη τρέχει και περιμένει

το άρωμα του βαλσάμικου στη μύτη μου
η γεύση της φρέσκιας ντομάτας στο λαρύγγι
η απαλότητα της καλοσιδερωμένης πετσέτας

τα τσιγάρα τελειώνουν,
πρέπει να κατέβω
και σε λίγο πάλι εδώ….

.......τα κεριά θα καίνε όλη τη νύχτα
- δεν μένει άλλη πια –
.......η μουσική παίζει συνεχώς
- δε θα παίξει άλλη νύχτα -

όλα είναι μαγικά
όλα είναι κάπως αλλιώς
όλα είναι υπέροχα
όλα είναι έτσι που ξανά δε θα’ ναι…

ετούτος ο χρόνος,
ο χρόνος της θυσίας

τούτοι οι μήνες,
οι μήνες της αναπάντεχης ανάγκης

τούτες οι βδομάδες,
οι βδομάδες της κρυφής σκέψης

τούτες οι μέρες,
οι μέρες της ανυπόφορης γνώσης

τούτες οι ώρες,
οι ώρες του ασφυχτικού πάθους

κάθε λεπτό,
κάθε δευτερόλεπτο δύσκολο,
αλλά και μοναδικό
για την ψυχή μου ολάκερη…

σταματώ σε κάθε μέρα
σταματώ σε κάθε γραμμένο
σταματώ σε κάθε βήμα
γονατίζω στη γωνιά της πόρτας
- εκεί που μπορώ να ελέγξω -

Στέκομαι στο σημείο που όλα είναι μπροστά μου
και τίποτα πίσω δεν μπορεί να με τρομάξει…
γιατί όλα είναι πια μπροστά μου

άλλο ένα τσιγάρο
άλλη μια σκιά στον τοίχο
- δημιούργημα του μυαλού και του καπνού
- αντανάκλαση μιας οπτασίας που φοράει στέμμα και κρατάει σκήπτρο

άλλη μια ματιά στη σκάλα…
το φως ακόμα σβηστό…

δε θα ξεχάσω εκείνο το βράδυ
που στάθηκε απέναντί μου
και στη σιωπή των ματιών
ούρλιαξα πίσω από την πόρτα…
- όνειρο ήταν -
λουσμένο με τον ιδρώτα μου

…. το φως των κεριών δυνατό
τα τύμπανά μου χτυπάνε για τα καλά
κατεβαίνουν ατέλειωτες κουβέντες,
ατίθασα τα σχεδιάσματα,
ισχυρές οι κραυγές της ψυχής

απόψε όλα ζωντανεύουν
απόψε όλα βγαίνουν στον ουρανό
απόψε όλα χορεύουν για τελευταία φορά!

......κίνηση στις στροφές του Αρέστι

ο Νικόλας με μια κοπελιά στην άλλη γωνία
την κρατάει στην αγκαλιά του
εκείνη με τα πόδια ανοιχτά
- πάνω του -
προετοιμάζει τη φύση της να γλεντήσει
πω, πω.....
Πώς θα αντέξουν;
η ζέστη έχει κάψει τον κόσμο της νύχτας

τα φώτα της απέναντι όχθης αόρατα

τα καράβια στο λιμάνι
ένας διάλογος στα αυτιά μου
ένα γέλιο που έρχεται από μακριά
ένα φρενάρισμα στην άκρη του μυαλού
με βάλλουν από παντού….

πόσο πόνεσα;
πόσο έκλαψα;
πόσο γέλασα;

οι πλανήτες μου στην τροχιά τους

η σκόνη που αφήνουν μαγική
τρελαίνομαι για μια ακόμα φορά
τη φορώ και περπατώ προσεκτικά

χορεύω τις νότες της Αλεξάνδρειας
ανοίγω τα φτερά του μυαλού
ζωγραφίζω τις εικόνες της νιότης μου
μαζεύω τα σεντόνια της ηδονής μου

έχω πια τακτοποιήσει τα πάντα στα κιβώτια οι στιγμές μου
στις βαλίτσες τα πάθη μου

το ταξίδι τελειώνει
- ήταν όμορφο, γεμάτο

το όνειρο το πρωί θα αλλάξει σώμα...

Θεέ μου, θα τρομάξει....

.....ένα αεράκι ταράζει το φως των κεριών....
τρομάζουν κι αυτά

εδώ και ώρα
ούτε ένα αυτοκίνητο στις στροφές του Αρέστι

κάποιοι έφυγαν
κάποιοι άλλοι θα φύγουν
και κάποιοι άλλοι θα έρθουν....

έτσι κυλάει ο χρόνος
πάνω στην ύλη και τρίβεται.

συνεχίζει ετούτο το αγέρι να δροσίζει το χώρο
το νησί φαίνεται πια να βρίσκεται στον ουρανό
πετάει ολάκερο....
πετάει μαζί με τα μαντήλια

τα χρώματα της ψυχής ξεχύθηκαν στον κήπο
το χορτάρι βάφεται σε διάφορες αποχρώσεις
τα χαμόγελα κρεμάστηκαν στα δέντρα
σαν δέντρα γιορτής χριστουγεννιάτικης

έλα κοντά μου αστέρι της νύχτας
- μείνε δίπλα μου
έλα κοντά μου πρωινή δροσιά
έλα κοντά μου φιλί αθάνατο
έλα κοντά μου εσύ....

μ’ ένα χέρι ψηλά

τα δάχτυλά μου στο έχε γεια…

Κυριακή, 18 Οκτωβρίου 2009

Τα νοτισμένα ρούχα...


Από μικρός είχα μια αδυναμία στις σταγόνες της βροχής...
στην ίδια τη βροχή!
Πάντα κρυφά από όλους,
όταν τα σύννεφα μαζεύονταν στον ουρανό και όλα έδειχναν ότι θα βρέξει,
έβρισκα κάποια δικαιολογία για να βγω στην αυλή του σπιτιού...
είτε για να φέρω ξύλα για το τζάκι,
είτε για να πάω μέχρι την αποθήκη και να γεμίσω τη μπουκάλα λάδι,
είτε να πάω λίγο ψωμί στο σκυλί...
Και περίμενα πάντα την πρώτα σταγόνα να στάξει στο παράθυρο της κουζίνας....
και τότε έβγαινα τρέχοντας...
με το κεφάλι ψηλά, ώστε οι σταγόνες να με χτυπάνε στο μέτωπο...
κατευθείαν μέσα στο μυαλό μου,
ανάμεσα στα δυο μου μάτια...
Τι όμορφα τα χρόνια εκείνα....
τι όμορφες βροχές... αθώες βροχές...

Μέρες τώρα βρέχει... βρέχει πολύ!
Κι εγώ στέκομαι που και που κάτω από κάποιο στέγαστρο
και κοιτάζω τη βροχή, καθώς πέφτει....
άλλοτε αθόρυβη και ήρεμη,
άλλοτε ηχηρή και άγρια....
μα τώρα πια δεν βγαίνω μπροστά της....
τη φοβάμαι!
Απλά....
αρκούμαι στα νοτισμένα ρούχα μου!