ΣΥΛΛΟΓΕΣ

Πέμπτη, 17 Ιανουαρίου 2013

Πάνω στην ώρα

21.14 ..... - Μόνος
                             είμαι μόνος
                περιμένω                 κι... ελπίζω!
                τι είναι αυτό;
                                      πού με πάει;
                - εγώ;
                - ναι, εσύ!
                αλλιώς
                            θα πνιγόταν το κλάμα μου
                            θα καιγόταν η ανάσα...

21.29 ..... ΣΙΩΠΗ..........
                το μυαλό ησύχασε
                                              μες στο ραδιόφωνο...

21.31 ..... όμως για λίγο
                το δάκρυ κυλάει ξανά
                η ανάσα φουντώνει και πάλι...

                κι εγώ πάλι
                                   μόνος
                                             νιώθω μόνος!
                τι είναι αυτό;
                                      πού με πάει;
                - εγώ;
                ..........

21.57 ..... - αρχίζω να συνέρχομαι
                στην ιδέα
                                του "εγώ"
                                                που' ναι ανύπαρκτο...

21.59 ..... ένα περιστέρι λευκό
                γίνηκε όνειρο
                                       πέρασε απ' τα μάτια...
                και κούρνιασε στην καρδιά!

22.01 ..... Καληνύχτα!
                - Καληνύχτα...

22.02 ..........................................

.

Ελπίζοντας

Ελπίζοντας σε μια κόκκινη ανατολή
ζούσε μες το σκοτάδι της σπηλιάς
και φοβόταν πολύ την φοβερή φωτιά
που έκαιγε τόσο καιρό μες την καρδιά του.

Τώρα πια δεν υποκρίνεται
και προσπαθεί μονάχα
να κρατήσει γερά
μπρος τον ήλιο
που του δωσε
το κόκκινο 
χρώμα
του

πιο
ήσυχο
το σώμα
κι ακάματο
πια ησυχάζει
και δε φοβάται
το χάος της νύχτας
που' χασε το μυστικό της

Ελπίζοντας πάντα στην πορφύρα
κοιτάζει μονάχα μπορστά
κι αφήνει τη φωτιά να μαράζει
να γίνεται χόβολη και σε λίγο κρύα στάχτη.


Τετάρτη, 16 Ιανουαρίου 2013

Μεγαλώνοντας



Κοιτάζεις τον εαυτό σου
- ένα χρόνο μεγαλύτερο -

βλέπεις τις αλλαγές στο σώμα σου,
μα βλέπεις όμως την παιδικότητά σου
- ανεξάντλητη - ζωντανή -

Δεν σταματάς να γελάς σαν παιδί
Δεν σταματάς να χοροπηδάς σαν παιδί

κι όμως βλέπεις να ανδρεύεις
καθώς οι επιθυμίες σου γίνονται πιο έντονες
καθώς ζητάς να μεγαλώσουν επίσης
η θρασύτητά σου
μαζί και η αυτοπεποίθησή σου

Διαπιστώνεις ότι η ζωή θέλει ζωντάνια
μα εσύ

- αν και νέος -
νιώθεις ότι είναι λίγη
νιώθεις ότι είναι μικρή

κι αυτό το καταλαβαίνεις
γιατί το νιώθεις εδώ και καιρό

και ξέρεις πια
στο χέρι σου είναι
να μη τη νιώθεις λίγη
να μη τη νιώθεις μικρή...

φτάνει να αφαιρέσεις απ' αυτή
το χρόνο που σπατάλησες
για κείνους που δεν έπρεπε!

Πριν το τέλος!

Λάμπουν τα μάτια
και το κατάλευκο πέτρινο κορμί
κυλά μες το νερό
και φτάνει...

μπρος στα χείλη
που γυαλίζουν
απ' τη δροσιά
που στάζει κάθε μοίρα
στο γύρισμα της σφαίρας της τρανής
που βαραίνει τον ουρανό...

μα εσύ θεέ μου
σ' αρέσει να γίνεσαι θνητός
και να πονάς
και να περνάς στο πάθος

σ'αρέσει να παίρνεις ανθρώπινη λαλιά
και να σπαράζεις
και να πέφτεις μες την αμαρτία...

Κι αυτό γιατί για σένα
η φύση η πράσινη
κι η θάλασσα η γαλάζια
δεν είναι απλά τοπία

μα είναι αυτά
που θέλουν
και ζητάνε
τη θέρμη των ακτίνων σου
την όμορφη καρδιά σου...

δέσε λοιπόν τα άλογα
κάτω απ' τον ίσκιο
του σοφού πολύκυκλου πλατάνου

στάσου για λίγο
λίγο πιο πάνω από τη στάθμη του νερού
και σκέψου
και περίμενε
τον ερχομό του τέλους!

Σάββατο, 12 Ιανουαρίου 2013

Το άλογό μου χάθηκε...



Είχα ένα άλογο
γοργοπόδαρο -
χρυσόφτερο -
ασπρόχαιτο  -
και με τα μάτια όλο λάμψη...

πιστός σ' αυτό
κι αυτό σε μένα

-  μαζί περιπλανιώμαστε
στους δρόμους τους ουράνιους
μαζί και μες το όνειρο
που έστηναν οι νύχτες -

Μια μέρα όμως χάθηκε
κάτω από τα σύννεφα

- μαζί με αυτό κι εγώ -

Το ιδανικό του
έσβησε
μαζί κι η λάμψη των ματιών του,
σακατεύτηκε
μαζί με τα γερά του πόδια
έλιωσε
με τα φτερά που κάηκαν
ξύλιασε
μιας κι η λευκότητά του κύλησε από το μακρύ λαιμό του...

Τώρα -  κάτω απ' τα σύννεφα
πού άραγε γυρνάει;

σε ποιο τροχό δεμένο στέκεται
ακίνητο,
μ' ένα χαμόγελο νεκρό
και με μπογιά που όλο ξερνάει
στα ρούχα των μικρών παιδιών
που λίγο πάνω του ανεβαίνουν
κι ύστερα πάνε παραπέρα
για να χορτάσουν τη χαρά τους...

...κι εγώ τρελός κατάντησα
μέσα σ' αυτό τον άδειο κόσμο
να τρέχω ανάμεσα στα σύννεφα
μήπως το δω,
μήπως κι ακούσω...
χλιμίντρισμα οικείο! 

Σε κάθε κλάσμα του δεύτερου...



Σε κάθε κλάσμα του δεύτερου...

βαραίνουν πιότερο
τα ήδη ασήκωτα βήματα

κι η πυγμή πιο βαθιά
μες το στήθος καρφώνεται

και στον κόσμο δε βρίσκει αποκούμπι
θεραπεία δεν έχει
έτσι η μόλυνση απλώνεται...

Οι σειρήνες το δικό τους τραγούδι
σφυρίζουν

και η στάθμη του αίματος
λίγο κάτω απ' τις κόρες
που κοιτάζουν
τα καρφωμένα τα σύννεφα
στις ουράνιες βάσεις τους

μπρος στον ήλιο
που παλεύει
για μια τελευταία ανάσα...

σε κάθε κλάσμα του δεύτερου!

Τρίτη, 8 Ιανουαρίου 2013

Το γαλήνιο αγόρι!




Στον καθρέφτη μπροστά
λίγο πριν...

πώς θυμάμαι τούτο τον νέο; -  άλλοτε...

τι να πεις για λαιμό,
για κορμό
και για σκέψη...
τι να πεις για το βήμα που είχε...
καθαρόαιμο άτι!

Τώρα όμως...

Ο Ήλιος τον κρατάει στο νησί του
σε πευκώνα κλειστό πλάι στη θάλασσα...

τι να πεις τώρα πια...

σφιγμένα τα χείλη,
τα μάτια στο χρώμα της βρεγμένης της άμμου,
το σώμα σα στάχυ καμμένο
σωριασμένο σε άχαρο στρώμα
και η σκέψη χτυπημένη
στου μυαλού του τους τοίχους.

Σαν κοιτάζω λίγο ακόμα
στο βάθος του ειδώλου...

μία χάρη διακρίνω παράξενη
και γελώ
σαν γελάει σε μένα...
ένα αγόρι
- που κρατιέται για μένα γαλήνιο!


Μὀνος...




Μόνος...
ιδρώνω...
ο δρόμος ανηφορικός
κι ο κόσμος το ίδιο...

Τα πόδια βαριά
στο σκληρό πεζοδρόμιο...
κι η άκρη του
με πλησιάζει στο χάος, στην τρέλα...

Μόνος...
σαστίζω...
το ποτάμι παγωμένο
κι τα δέντρα το ίδιο...

Το βλέμμα νεκρό
στην απέναντι όχθη...
κι η άκρη της
με σπρώχνει στο τίποτα, στην τρέλα...

Μόνος...
φοβάμαι...
φοβάμαι πολύ...
τα βήματα αργά...
τα χέρια δεμένα...
η φωνή άφαντη...
η καρδιά κλειδωμένη...

Μόνος...
ακίνητος...
με ένα όραμα...
στον πάτο της σκέψης μου...

Ας περάσει - για λίγο -
πάνω από αυτό το κεφάλι
μια αχνή ηλιαχτίδα...
μοναχά
- ικανή -
να μου πάρει το βάρος
της ζωής ετούτης
της κόκκινης...

Μόνος...

Σάββατο, 5 Ιανουαρίου 2013

Το άδειο σχοινί




Είχα καιρό
ν' απλώσω λίγα ρούχα στο σχοινί μου
- έξω στο φράχτη της αυλής -

ίσως
γιατί η θάλασσα κρατούσε μακριά μου
τη γεύση του αλατιού της
μιας και ο άνεμος πεισματικά
στεκόταν νότιος, ζεστός κι αρρωστημένος

ίσως
γιατί ο ήλιος βάλθηκε να πορεύεται
τροχιά αχτίδας πιο οξείας
μιας και το ύψος της σκιάς επίμονα
στεκόταν τεντωμένο, παγερό κι αναίσθητο

Έτσι
τα άκρα μου δίχως ζωή
ανάμεσα
στο καύμα και τον πάγο
έσκασαν,
μούδιασαν,
μελάνιασαν
μέσα στο χρόνο της αναμονής
για δράση και αντίδραση

για όλα εκείνα
που θα γύριζαν τ' αγέρι
για όλα εκείνα
που την τροχιά θα άμβλυναν.

Μισό επί μισό

Από
"μισό επί μισό"
κι ένα βήμα
στο
"μισό επί μισό"
και πάλι

 ευθεία σε ράγες παράλληλες - τραβηγμένες
σε μια κίνηση
σε κοινή θέση

Από
"μισό επί μισό"
κι άλλο βήμα
στο
"μισό επί μισό"
και πάλι

 ένα "μισό" και μια σκέψη
 μια σκέψη κι ένα δάκρυ
 για όλα εκείνα
 τα απαίσια
 και άρρυθμα χειροκροτήματα - στη σειρά -
 τόσων θεατών
 τόσων επευφημιών

 μιας στιγμής
 που καταρρέει
ανάμεσα στο
"μισό επί μισό"
και
στο άλλο "μισό επί μισό"