ΣΥΛΛΟΓΕΣ

Δευτέρα, 2 Απριλίου 2018

Ο ποιητής κι η ποίηση


Ο ποιητής δεν έχει όρια, ούτε δεσμά, 
ούτε παύσεις -ποτέ -.

Ο ποιητής ξεκινά από το άπειρο 
για να φτάσει στο άπειρο,


μάτια πολλά, αυτιά πολλά και μύτες οπλισμένος 
γυρνά ζητιάνος μες τον κόσμο,

μαζεύει γύρη μαγική και μέσα του την κρύβει... 
για ώρες... για μέρες και για χρόνια...

όσο ν΄ αλλάξει ο ρυθμός της μουσικής ανάσας

κι ώσπου να αποφασίσει η ψυχή 
να κάνει το ταξίδι της για το δικό της σύμπαν.

Ο ποιητής πια έχει αποκτήσει νέο σώμα και το μυαλό του 
φυτεύει στη γλώσσα του λέξεις καινούριες

- μπορεί κι αλλόκοτες για κάποιους άλλους - .

Μ΄ αυτή τη νέα πανοπλία βγαίνει μπροστά... 
κι ας του θερίζει τα γόνατα ο φόβος,

μήπως και χάσει τη δύναμη που έχει κατακτήσει,

μήπως και χάσει τη φρεσκάδα του προσώπου του,

μήπως και δεν ακούσει ο κόσμος,

μήπως τον ρίξουν στα σκυλιά τα πεινασμένα,

μήπως ο φθόνος των ανθρώπων υπερνικήσει την αγάπη....

Ο ποιητής ξέρει να γίνεται πουλί 
και να πετά στα ουράνια,

ξέρει να γίνεται λουλούδι, άνεμος, φωτιά, 
ακόμα και παντιέρα...

σύννεφο θες - αυτός μπορεί να γίνει - να φέρει τη βροχή της ευτυχίας, 
της ξεγνοιασιάς, της λύτρωσης,

μυρωδάτο το λεμόνι που κυλάει 
πάνω στο μάρμαρο,

ξέρει την σαπισμένη πλευρά του τοίχου 
να περνά με χρώμα φωτεινό,

ξέρει και θέλει να γλυκομιλάει στα σκοτωμένα εφηβικά μας όνειρα,
ξέρει να βρίσκει την αρετή του κόσμου,

να την σηκώνει κάπου ψηλά 
για να την βλέπουν και οι άλλοι...

Σ΄ αυτό στοχεύει η γραφίδα του,
σ΄ αυτό ελπίζει το μαυλό του ....

γι΄ αυτό και μια ζωή παλεύει με τους φόβους!

Δευτέρα, 8 Ιανουαρίου 2018

Η πανήγυρις



Ο χώρος ήτον ανοικτός, * λόγω φυλλοβολίας
Και ο χειμών ήτο γλυκύς * μετά πολλής ευδίας.

Είδα κ’ εφέρασιν σκαμνιά, * οι κόμητες να κάτσουν,
Ομάδιν και οι αυλικοί, * γλυκά για να χορτάσουν.

Διαβαστικά ειπώθηκαν * κ΄ η κόμισσα κανύζει,
Οκαί αρχίση ο χορός, * όπως αυτή ορίζει.

Κι εις μέσον εκαθίζετο, * απάσης αφεντίας
Και κατουμίζουσα επαρκώς * δίδει παραγγελίας.

Κ΄ εδώκασιν τα βούκινα * και τα παιγνίδια ΄παίξαν
Κ΄ ο κόσμος εσταμάτησαν * ως είδαν κ΄ εδιαλέξαν.

Εκεί ΄δα νέους και λυγερές, * άνδρες και παλληκάρια
Ωγιά να στήσουν ορχησιά * και καταλόι αράδα.

Κι οι υποταγές εσπούδαζον * προς πάσα οικονομίαν,
Μα οι κόμητες είχον τον νου * εις τη δική τους χρείαν.

Κι ενώ οι νέοι ηγάλλουντο * κι οι κόρες εγελούσαν,
μετά μεγίστης χάριτος * εις τον χορόν κρατούσαν,

Η αφεντιά τούς άπειχε * και μόνο συντυχούσε
Κι ο λογισμός της μίσευγε, * τον δρόμο εστοχούσε.

Οκαί σαν έσωνε ο χορός, * δ’ εσηκώναν τ΄ ομμμάτιν
Αλλ΄εις του κόσμου το ένταλμα,* ορέγοντο εις μάτην.

Πολύθλιβος η ομάδα τους, * περίλυπος κι η σκόλη,
Όντε πλεοτέριν θέλουσι, * να τους θαυμάζουν όλοι.

Ογόι, κόσμε, δε θωρείς * πως σένανε κομπώνουν,
Και την υπεριψία τους * θέλουσιν να πιστώνουν;

Σάββατο, 30 Δεκεμβρίου 2017

Περί έρωτος



Ερωτικός ο ποιητής φύσει και τέχνῃ.

Πολλές φορές νιώθει παρείσακτος,
καθώς οι άλλοι ανέχονται απλώς τας ερωτικάς του προτιμήσεις.

Πολλές φορές στην κάμαρη κλεισμένος
Απολαμβάνει εκεί τον έρωτα με τον δικό του τρόπο. 


Το ποίημα γίνεται φωνή, ιαχή και προμαχώνας.

Μες την αχλή της μνήμης οι αναμνήσεις
από της νεότητας το πάθος

– βάσανος ίσως πιο σωστά ας ειπωθεί – .

Μες το σκοτάδι αρχίζει να μιλάει.

Καλεί το σώμα την ηδονή να θυμηθεί,
πώς έτρεχε στο στρώμα να ξαπλώσει.

Τις ματαιώσεις δεν τις ξέχασε.
Η φαντασία του καλά τις έχει μες το νου του...

Μα κάθε βράδυ επιμένει και φωνάζει :

«Επέστρεψε αγαπημένη αίσθηση,
επέστρεψε κοντά... και παίρνε με!»
Η ορμή δεν σταματά.
Απλά το γήρας το σώμα σακατεύει.

Όλα μες την ψυχή ανάγκη γίνονται
και βρίσκουν τελικά το δρόμο στο χαρτί...

«Σώμα, ξύπνα τη μνήμη σου,
Δέρμα, θυμήσου τ΄ άγγιγμα,
Χείλη το φίλημα φέρε στο νου,
Αίμα τρέξε ξανά μέσα στις φλέβες...»

Εν φαντασίᾳ όλα ιδανικά κι εξαίσια.

Όπως οι εικόνες που μιλούν μπροστά στα μάτια.

Μες το λαβύρινθο γυρνάει ο έρωτας.
Γι΄ αυτό και δεν τον βρίσκει ξέγνιαστο.

Είναι πολλές οι διαδρομές
και το μυαλό θολώνει μπροστά σε τόσους πειρασμούς.

Μα η Τέχνη πάντα συγχωρεί
κι αγιάζει κάθε σκέψη
 - όσο αιχρή κι αν είναι - .

Έχει ένα τρόπο μαγικό, μοναδικό
που ξέρει τον ποιητή να παίρνει,
και να τον βγάζει απ΄ την ντροπή,
και να τον κάνει της ηδονής ανδρείο.

Ο ποιητής ξέρει να περπατάει στο χώρο και το χρόνο,
ξέρει να συγκινείται στου δυνατού του ερωτα το άκουσμα,
ξέρει να ολοκληρώνει αυτό που τον ξεπέρασε
- το ανεκπλήρωτο είναι γι τους ανθρώπους - .

Είτε Σεπτέμβρης που περνά, είτε Δεκέμβρης,
ο ποιητής κοντά του έχει την πένα του.

Κι όταν πεινάσει,
στρώνει τραπέζι με χαρτί κι εκεί απλώνει...

τα χείλη και τα σώματα που πόθησε

που η δειλία δεν τον άφησαν ν΄ αγγίξει,
μα η τόλμη του μυαλού και η ψυχή,
η φαντασία κι ο λόγος
γνωρίζουν πια...

την πείνα να χορταίνουν,
καθώς ο νους για μια φορά ακόμα
την εμορφιά που ατένισε παλιά
μέσα στην Τέχνη τώρα πια κομίζει.

Ο ποιητής είναι εδώ
και πάντα ερωτευμένος!

Κυριακή, 3 Δεκεμβρίου 2017

Ο γέρος


O θάνατος με γέλασε

και μ΄ άφησε μονάχο

στο σπίτι μέσα δυστυχή

δίχως παιδιά πια να΄ χω,

δίχως το πάθος της ζωής

το βλέμμα να φωτίζει,

το σώμα να δροσίζει,

μ΄ αθάνατη ζωή.


Η καταχνιά με πλάκωσε

και μ΄ έκανε κομμάτια,

μου πήρε τη γυναίκα μου,

μου μάρανε τα μάτια,

δίχως η γλύκα της ζωής

τα χέρια να γεμίζει, 

το στόμα να ταΐζει

μ΄ αιώνια πνοή.


Όλα φαντάζουν άψυχα

κι άλλη ζωή δεν έχουν,

όλα γινήκανε καπνός

κι από το φως απέχουν,

η γλύκα και το πάθος μου

απ΄ τη ζωή χωρίζουν, 

στο χάρο με χαρίζουν

ανήμπορο πουλί!

Πέμπτη, 3 Αυγούστου 2017

Ο θάνατος του ερωτευμένου ποιητή



Σου αρέσει,

την φλερτάρεις συχνά,

την κυνηγάς σε κάθε δρόμο,

σε κάθε στροφή της κλείνεις το μάτι,

την ονειρεύεσαι μαζί με την πανσέληνο,

κι όταν μπορείς την πας για να χορέψετε,

την αγκαλιάζεις κάτω απ' το φως μιας λάμπας,

και της μιλάς ψιθυριστά μην την ταράξεις,

της γνέφεις το "σ' αγαπώ",

τη σεργιανάς στα ακρογιάλια,

της πλέκεις στα μαλλιά στεφάνια,

τις αγοράζεις τα πιο όμορφα φουστάνια,

την έχεις πάντα στην ψυχή και στο μυαλό σου,

είναι για σένα ο κόσμος όλος,

είναι αυτό που λες "η ζωή μου",

είναι η κρυψώνα απ' τα θηρία
είναι η φυγή απ' ό,τι σε πονάει...


Κι έρχεται μια μέρα ο Κανόνας

- φανταχτερός και τσαρλατάνος -

χωρίς να δει τι κρύβεται στο βάθος
κι απλά... ζητάει να την αφήσεις...


Ποιος θάνατος πιο βίαιος από τούτον;

Σάββατο, 15 Ιουλίου 2017

Ελπίδα το λένε

Ανοίγεις την καρδιά
ενός χρυσάνθεμου
και πετάς τους σπόρους του
στον αγέρα

- ελπίδα το λένε -

μια μέρα θα γυρίσει για σένα
θα ψάξει να σε βρει μες το πλήθος
μ' οδηγό μονάχα την όσφρηση
- το γιασεμί σου αιώνιο -

Η ώρα του ήλιου πάντα χαϊδεύει
απαλά το κάτασπρο χιόνι
και δεν αφήνει
τα μάτια να κλείσουν

- ελπίδα το λένε -

η φωλιά που άδειασε
δεν σκορπίζει στον άνεμο
μ' αναμένει να γεμίσει και πάλι
- η αγάπη σου αιώνια - . 

Πέμπτη, 13 Ιουλίου 2017

Η βροχή

Πάνω στο πλατύ οδόστρωμα
τρέμω και φαίνεται αυτό
στην κάθε νευρική μου κίνηση
που δείχνει την ματαιότητα
της αισχρής αναμονής μου
που με χτυπά στα μάτια
και με τυφλώνει
και δε μ' αφήνει να βρω την άκρη
να πιαστώ και να ανασάνω

Κενός ο δρόμος
καμμία κίνηση
μόνο η βροχή
που πέφτει
και μου δροσίζει το κορμί
τα μάτια μου καθαρίζει
και στο μυαλό μου γαληνεύει

Αυτό το αιώνιο νερό του ουρανού
που ξέρει πότε να 'ρχεται
και με κρατάει συντροφιά
και σαν παιδί με νανουρίζει

Ολοκλήρωση

Μες την βοή του κόσμου
το κεφάλι απλά κλίνει
πάνω στην χλόη ακουμπά
τ' αυτί
πιάνει τον ήχο της υγρής φωνής
στο πέρασμα της φλόγας
και το τικ τακ της ήρεμης καρδιάς
στην όψη της αξίας

που εμφάνισαν εκείνα τα παράθυρα
τα ορθάνοιχτα
και δίχως κάγκελα.

Μες την βοή της πόλης
το σώμα απλά ξαπλώνει
πάνω στην χλόη ακουμπά
το χέρι
πιάνει το τρέμουλο της άλλης της παλάμης
στο πέρασμα του φόβου
και το τικ τακ της ήρεμης της φλέβας
στην όψη της χαράς

που εμφάνισαν εκείνα τα πάραθυρα
τα φωτεινά
και δίχως πια κουρτίνες.


Επιφάνεια

Θα θυμάμαι πάντα,
έναν άντρα δυνατό,
ψημένο κεραμίδι κάτω από το φως του ήλιου,
έναν άνθρωπο μεστό,
φορτωμένη μηλιά στο γρασίδι του κήπου,
ένα χέρι ζεστό,
σωτήριο τράβηγμα από το βούρκο της νύχτας,
ένα βλέμμα φωτεινό,
πανάκριβο λιχνάρι στο σκοτάδι της σούδας

Θα τον θυμάμαι πάντα

Έξοδος

Το αίμα τώρα κόκκινο βαθύ με χόχλους 
- σχεδόν καλπάζει
Ο χρόνος της παρένθεσης τελειώνει
σε λίγα βήματα
λίγο πιο πέρα απ' το δέντρο που 
'χεις χαράξει τ' όνομά σου
σε μια στιγμή αδυναμίας.

Γυμνό κορμί άλλο θα αγκαλιάσει το
κρεβάτι σου
κι εξαρτήσεις άλλες θα φορτωθούν στην
πλάτη σου
Τα ρούχα σου θα λάμψουν πάλι
λευκά και τα όνειρά σου
λευκή κι η πόρτα που ανοίγει
λευκά και τα χαμόγελα.

Μα σαν περνάς από την μπάρα
θ' ακούσεις σίγουρα το κλάμα της
σκοπιάς αριστερά
- σ' είχε πονέσει στο κάθε ουρλιαχτό σου
Και 'κείνο το παράθυρο δε θα
μπορέσει να αντέξει
- σε βοήθησε πολλές φορές στην μοναξιά σου.

Προχώρησε
- δυο βήματα σου μένουν - 
Βγες και σήκωσε μια πέτρα να βρεις και
πάλι τ' όνομά σου
Κάνε ευχή και γέμισε ελπίδα
για μια ζωή που σου αξίζει
- μι' ανάμνηση ας είναι τούτος ο κόσμος
που αφήνεις.