ΣΥΛΛΟΓΕΣ

Δευτέρα, 15 Μαΐου 2017

Εμπιστεύσου!



Είναι ένας χώρος που όλα
κρατάνε το φως σε κρυφές κόγχες
και δεν υπάρχει περίπτωση
να το ανακαλύψεις.
Κάθε φορά που πλησιάζεις σε μία από αυτές,
εκείνο έχει τρυπήσει τα τούβλα
του τοίχου
κι έχει βρει καταφύγιο σε άλλη γωνία.
Κι εσύ
- γιατί έτσι έχεις μάθει -
απ' την αρχή ξεκινάς νέο κυνηγητό,
πιστεύοντας ότι κάπου θα το στριμώξεις
και θα πάρεις τη λάμψη του
να την ρίξεις στα δικά σου όνειρα
να την προσφέρεις στις δικές σου ανάγκες....
Ο κύκλος για μια φορά επανέρχεται
και το βλέπεις -
στην πρώτη καθοριστική του στροφή - .
Δεν μπορείς - όμως - να κερδίσεις.
Αυτό το φως που κυνηγάς
δεν πιάνεται,
έχει τον τρόπο να ξεγλιστράει,
έχει τη δύναμη να ξεγελάει,
έχει το προνόμιο να υποτάσσει.
Ξέρει πολύ καλά
ότι εσύ είσαι πιο κοντά στο σκοτάδι
κι ότι εκείνο είναι το καταφύγιο σου.
Απ' την πρώτη στιγμή που έλαμψε
- το ξέρεις ότι το ξέρει -
Μην κυνηγάς το φως στις γωνίες
και τις κόγχες...
Εμπιστεύσου το φως
και ανάμενε!

Κυριακή, 7 Μαΐου 2017

O λύκος





Στου κρεβατιού σου το δεξί ποδάρι,
εκεί που γέρνει του μυαλού σου το δοξάρι
έχει από λύκου πάτημα μέγα σημάδι 
σαν βγήκε λάθρα από ενός μύθου το υφάδι.

Τώρα αδιάφορα στην κάμαρα γυρνάς 
και τα ουρλιαχτά του λύκου πώς τολμάς, 
να λες πως δε γνωρίζεις, δε σε νοιάζουν,
και με τραγούδια της γιαγιάς πως μοιάζουν.

Μα βλέπεις πως κουνιέται η κουρτίνα 
και του κακού δεν νιώθεις την ακτίνα;


Σε πλησιάζει αργά, από πίσω, σιωπηλά,
σου αναδεύει με τα χνώτα τα μαλλιά,
και σ' απειλεί πως τώρα θα σε φάει
με μια χαψιά στον Άδη θα σε πάει.

Ψίθυρος έγινες και κόκκος από σκόνη,
ένα ασήμαντο κουρέλι από σεντόνι
που το ουρλιαχτό του λύκου με μανία
το ξέσκισε και τρώει με λαιμαργία!

Είναι ο φόβος ή ο όρκος της σιωπής 
που ούτε «βοήθεια» δε σ' άφησε να πεις;



Σάββατο, 29 Απριλίου 2017

...την αρετή της γύμνιας







Σώματα γυμνά
που βρίσκονται
ανάσκελα και μπρούμυτα 
- στα τέσσερα, άλλα στα τρία και στα δύο -
με σώμα
σε θέση αναζήτησης και προσμονής,
με το κεφάλι
να μην μπορεί καν
να σηκώσει το βάρος
όλων αυτών των λέξεων
που πλημμυρίζουν το μυαλό τους.
Πάλη για επιβίωση,
συγκρούσεις και αγώνας
για λίγη ανάταση,
για μια βροχή που σταματά
λίγο πριν φτάσει στο κορμί,
για έναν ήλιο που δεν κοιτά
λίγο... να τα ζεστάνει,
να τους μιλήσει για το ΦΩΣ,
να τους γελάσει βρε αδελφέ,
ή να τα πάρει εκεί πάνω!
Έτσι -
χτυπιούνται, δέρνομαι
και καλινδούνται
μέσα στο χάος του κενού,
μέσα στη μαύρη σκέψη -
που μόνη αυτή
ρουφά το νεαρό τους ύδωρ,
που μόνη αυτή
όλα τα άνθη του μυαλού τους
τα μαραίνει.
Και 'κει που λες
"Τετέλεσται!"
τούτα τα σώματα
χάνουν τη σάρκα τους,
γίνονται αγάλματα λευκά
και απλώνονται στους τοίχους,
φορούν το φωτοστέφανο
κι έχουν στο βλέμμα
ζωντανό όλο τους το μαρτύριο.
Στέκονται πια ακίνητα
να 'ρθουν να τα θαυμάσουν
προσκυνητές
που αγνοούν
και θέλουνε να μάθουν
την αρετή της γύμνιας.

Πέμπτη, 13 Απριλίου 2017

Με χρώμα χαράς

Με χρώμα χαράς
χαράζεις χαμόγελο
σε χείλη χλωμά

Ψάχνω τα ψίχα

Ψάχνω τα ψίχα
της ψιλής μου ψυχής
και ψάλλω ψηλά.

Φοράει το φως

Φοράει το φως
στο άσπρο της φόρεμα
και παίρνει φωτιά.

Κυριακή, 19 Μαρτίου 2017

Τρελ' έρωτά μου

Τρελ' έρωτά μου
στου λόγου το πέρασμα
το φως σου θολό.

Η πρώτη ματιά

Η πρώτη ματιά
στην πρώτη συνάντηση
και τέλος μαζί.

Κυριακή, 25 Δεκεμβρίου 2016

Μείνε..



Μείνε...

Ποιος άλλος;
δε θα έτρεχε, για να προλάβει
για να κερδίσει, να χαρεί...

με βήμα γοργό,
άλογο που καλπάζει σε λιβάδι 
κατακίτρινο
και σύννεφα που γίνονται ομίχλη
πάνω σε 'κείνον τον λόφο
που έχτισε ένα παιδί
στη μέση,
για να μπορεί,
για ν' ανασαίνει,
για ν' ατενίζει πέρα,
πολύ πέρα,
μακριά
κι από τα δέντρα που ψηλώνουν
μπρος το βήμα το δειλό
που οι πέτρες το μπερδεύουν,
που οι πέτρες το χτυπάνε
στα δάχτυλα ακριβώς μπροστά...
σ' ένα κρεβάτι στρογγυλό
δίχως γωνίες
προσπαθεί ο έρωτας να βρει
γωνιά
για να λουφάξει,
για να μπερδέψει τον καιρό,
για να φωνάξει στο νερό,
για να λουστεί μες το ποτάμι
που κυλάει
μέσα σε 'κείνο το λιβάδι
που μένει κατακίτρινο,
και με το λόφο μες τη μέση
να υψώνεται,
να χάνεται...
κι εσύ να ψάχνεις χρόνια τώρα
πολλά
τις εξαρτήσεις σου
μέσα σε κείνο το χρυσαφί λιβάδι,
όλες εκείνες τις συμβάσεις
που είχες κάνει
με την κυρά που στέκεται στην πόρτα
με το κλειδί στο χέρι
και μετρά
τα μάτια σου, τα χέρια σου,
τ' αυτιά σου και τα πόδια σου...

πού πας; τι θέλεις;
πού έσχισες πάλι το παλτό σου;
ποιος είναι αυτός που σου' πε
πως τα μαλλιά σου θέλουν κόψιμο,
πως η ανάσα σου είναι ζεστή,
πως η φωνή σου τρέμει...

μην τον ακούς!
Έχει τους λόγους του ο λύκος και ουρλιάζει...
έχει τους λόγους, πάντα τους είχε,
μέσα στον πόλεμο που σου' χαν στήσει,
μέσα σε ' κείνα τα ρούχα που σου φόρεσαν...
στις ψευδαισθήσεις,
στα παραμιλητά,
στις αγωνίες και τις έγνοιες των καιρών,
στη γη, στον ουρανό,
στο όνειρο, στον εφιάλτη,
στο χάος που χανόσουν,
σε κάθε ρείθρο που κρατούσε κι άντεχε
στη μύτη της γραφής...
στα σ' αγαπώ
στα θέλω το κορμί σου, θέλω τον κόσμο σου,
θέλω να γίνω βασιλιάς, θέλω ν' ανασαίνεις μόνο για μένα...

Ποιος, άραγε, μπορεί να δει
τα παραμύθια
- ακόμα
σαν παιδί, σαν ήλιος
σαν ένα τρυφερό γατάκι,
που γουργουρίζει μπρος στο τζάκι, ευτυχισμένο.

Δε θέλω να χαθείς,
δε θέλω τίποτα να χάσω,

Μείνε, μείνε, μείνε...
καλό θα κάνει,
κακό ποτέ...
γιατί ο άνθρωπος σαν βλέπει την όψη του
μπροστά
κι όχι την πλάτη γυρισμένη
κρατάει, κρατάει
και θέλει να ζήσει
- λίγο ακόμα
όσο γίνεται,
όσο ο θεός το επιτρέπει...

θέλεις να σιωπήσω;
θέλεις να πάω μια βόλτα στο σκοτάδι;
θέλεις να γλείψω με τη γλώσσα μου
την κάθε σκέψη;
εγώ μπορώ;
πάντα μπορούσα...




Δευτέρα, 27 Ιουνίου 2016

Όλο και πιότερο



Στον ύπνο μας γεννιούνται οι φωτιές μας 

και στις στιγμές του ονείρου οι φλόγες καίνε 

μια εικόνα, 

μια ανάσα 

κι ένας λόγος 

είναι αρκετά για να κινήσει το ταξίδι 

ζω ή προσπαθώ να κρατηθώ σε τούτη τη ζωή 

- όπως την λέν' οι άλλοι - 

συλλαμβάνω τον εαυτό μου σε ένα μόνιμο αγνάντεμα 

όπως παλιότερα 

όταν είχα χάσει την αλήθεια μου για μια χούφτα γλυκόλογα, 

για το εύγε του κόσμου 

- πάει πια - 

ο καιρός σε λίγο θα γίνει πιο κρύος κι η καρδιά θα ηρεμήσει 

- κάθε χρόνο μακραίνει και πιότερο -  

η πληγή δε λέει όμως να κλείσει 

ένας ήχος, 

μια δέσμη φωτός στου νου μου το διάδρομο 

- ευτυχώς - 

τα δωμάτια αντίκρυ κλειδωμένα 

τα κλειδιά στα συρτάρια, 

σε ντουλάπια πίσω από τις ίδιες τις πόρτες...