ΣΥΛΛΟΓΕΣ

Πέμπτη, 20 Ιανουαρίου 2011

Ο εφιάλτης της Ελλάδας






(Απόσπασμα από το θεατρικό μου έργο "Λυσικράτη")

ΕΛΛΑΔΑ

Γυναίκες, εμέ τη δύστυχη
οι άντρες καταστρέψαν
Πάνε τα βοσκοτόπια μου
όλα τα κατασχέσαν.

Τα μοίρασαν, τα χάρισαν;
Κανείς δε το γνωρίζει.
Μου έκλεψαν το γάλα μου
και μου’μεινε το ρύζι.

Βάλαν το χέρι τους βαθιά
κλέψαν τα μπικικίνια
Κι άφησαν κόσμο και ντουνιά
να τους εδέρνει η γκίνια.

Πήγε ο μικρός κι έκλεισε
τα πάντα με την Κόσκο
Όμως κανείς δε μέτρησε
πως θα στοιχίσει τόσο!

Βγήκαν οι άντρες παγανιά
κλέψανε τα ταμεία.
Σε μένανε την άμοιρη
δεν έμεινε ούτε μία!

Κι ο Xοντρός, κορίτσια μου
μάλλον τα έχει πιάσει
Κι από το μπόλικο φαί
το νου του έχει χάσει.

Βγαίνει και λέει ευθαρσώς
μεγάλες μαλακίες
Πως τα λαμόγια κι ο λαός
κάνανε συνεργίες.

Πως τα λεφτά τα έφαγε
ο δόλιος ο κοσμάκης
Κι όλα αυτά πως στη σειρά
θα βάλει ο Γιωργάκης.

Υπάρχουν νομοσχέδια
για να ευτυχούνε όλοι!
Όμως σαν γίνει εφαρμογή
μένουν γυμνοί οι κώλοι.

Την εργατιά φροντίζουνε
μα οι άνεργοι πληθαίνουν
Αυξήσεις λένε δίνουνε
τη σύνταξη μαραίνουν.

Τη μια τη μέρα επίδομα
δίνουνε στη γριούλα
Μα ο γέρος δίχως το Καπή
δεν έχει εκδρομούλα!

Του μισθωτού του κόψανε
μεγάλο κουστουμάκι
Και του αφήσανε γυμνό
όλο το κωλαράκι!

Βάλαν παντού ταμειακές
να πιάσουν τα λαμόγια
Όμως απ’ ότι φαίνεται
θα μείνουνε στα λόγια.

Πάει το δώρο χάθηκε
λαμπάδα δε θ’ ανάψω,
το δέκατο τέταρτο μισθό
σίγουρα θα τον κλάψω!

Όσο κι αν είπε κι ο Τζωρτζής
πως όλα θα ισιώσουν,
Όλο βλακείες κάνουνε,
όλοι τους να μη σώσουν!

Πήγε σ’ Ευρώπη, Αμερική
να βρει εκεί συμμάχους
Μα έπεσε και τσακίστηκε
σε χίλιους δύο βράχους.

Ο ένας κουράγιο φχήθηκε
ο άλλος είπε ζήτω
Όμως εγώ φιλότιμο
σ’αυτούς τους δυο δε βρίσκω.

Στο τέλος εσυμφώνησαν
η Μέρκελ και ο Σαρκοζί
Στον πάγο να με βάλουνε
για να μη χάσω το ζουμί.

Και σαν μην έφτανε αυτό
ήρθε και το Ταμείον
Αλίμονο η δύστυχη,
θα έρθουν όλα μείον!

Πώς να τ’αντέξω άλλο αυτό
τα νιάτα μου πεθαίνουν
και σίγουρα το μέλλον μου
κάποιοι υπονομεύουν!

Βλέπω τους νέους να φεύγουνε
μαζί με τα όνειρά τους
Στον δρόμο για την ξενιτιά
να απλώνουν τα πανιά τους!

Όλα προς το χειρότερο
βαίνουν και βολοδέρνουν
Τη βούλησή μου οι δυνατοί
με άλυσο τη δένουν.

Κι ενώ εγώ η άμοιρη
θέλω να ορθοποδήσω,
τα πόδια μου τα δένουνε
τα μάτια θα τα κλείσω.

Έμεινα δίχως οργασμό
μου στέρησαν τη μήτρα
Φαΐ πια δε μου έμεινε
άδεια είναι κι η χύτρα.

Λένε πως θα με βγάλουμε
απ` του ευρώ τη ζώνη
και με δραχμούλα πάλι εδώ
ο Έλληνας θα πληρώνει.

Είπαν ότι η κόλαση
δεν είναι εκεί κάτω
μα εδώ πως μετακόμισε
και πως θα πιάσω πάτο.

Γι’ αυτό γυναίκες τρέξατε
βοηθήστε εσείς τη χώρα.
Βάλτε τους άντρες στη σειρά
και κόψτε τους τη… φόρα!

Είστε γυναίκες έξυπνες,
τσαούσες και καπάτσες.
Βρείτε τον τρόπο να κοπούν
όλες αυτές οι απάτες!

Σώστε την Ελλαδίτσα σας
γλιτώστε τα παιδιά σας
Μήπως και δείτε απόκριση
στα δόλια όνειρά σας!

Πέμπτη, 6 Ιανουαρίου 2011

Άμα τη ενάρξει


Ο πηγαιμός για την Ιθάκη και το ταξίδι του Οδυσσέα δύσκολα.
Οι περιπέτειες κι οι γνώσεις άγνωστες
για όποιον περιμένει να γευτεί τα πλούσια εδέσματα
στων Λαιστρυγόνων και των Κυκλώπων τα τραπέζια.
Ο ποιητής θέλει το βήμα αδεές, μα για πολλούς το δέος λέξη είναι το ίδιο άγνωστη
μιας και η σκέψη είπαμε έμεινε «υψηλή» δίχως το υ και με το πρώτο -η γραμμένο απλά με –ι….
όσο για τη συγκίνηση ανύπαρκτη.
Νιώθω όμως πως είν’ πονηροί οι γίγαντες των μύθων κι ο Ποσειδώνας μυστηριωδώς χαμένος
- πως καταφέρνει και γελά τον κόσμο;
- Μ’ αφού η ψυχή ποτέ δεν στέκεται στο δρόμο, πώς να γευτεί την αύρα του αγέρα.
Μακρύς ο δρόμος, μα η ευχή στον πάτο της ψυχής.
Την πρωινή δροσιά δεν είδα να κοκκινίζει τα αυτιά, ούτε τα μάγουλα,
ούτε της άστατης καρδιάς δεν είδα τα πανιά με τον αγέρα να φουσκώνουν.
Τα εμπορεία των Φοινίκων έχουνε χάσει τη χλιδή τους, αφού σεντέφια και κοράλλια, έβενοι και μυρωδικά σε ξένα χέρια,
αλήθεια αυτό μη το ξεχνάμε,
σε ξένα χέρια είπα…
Και νιώθω ότι όσο κι αν ψάχνω για να βρω χαμόγελα στον ουρανό – στο τέλος θα χαθούμε μέσα σε κούφια λόγια…
Κι αν ο ποιητής φωνάζει εδώ και χρόνια
– στο νου σου την Ιθάκη και το φτάσιμο...
κι αυτό δίχως να βιάζεσαι, δίχως τον χρόνο να τραβάς απ’ τα μαλλιά
κι ούτε να βλέπεις μόνο το επόμενο ταξίδι.
Κι όσο κι αν είπε ότι ο στόχος να’ ναι καθαρός,
ώστε στο τέλος να’ ναι και τα μυαλά σου κάτασπρα που ο ήλιος θα’ χει κάνει να μοιάζουν με χρυσάφι….
εγώ φοβάμαι πώς η πυξίδα θα μείνει στο συρτάρι,
μιας και η Ιθάκη διπλώθηκε στα γρήγορα χωρίς να διαβαστεί.
Μπήκε στη τσέπη κάποιων βιαστικά…

Άλλωστε ο ποιητής δεν μπορεί να ξέρει περισσότερα από τους έμπειρους τούτου του κόσμου.

Το ξέσπασμα

Μερικές στιγμές μια σταγόνα πόνου
είναι αρκετή
να μ’ οδηγήσει σ’ ένα αδιέξοδο πνιγμού.
Δεν μπορώ να βλέπω το βήμα μου
στης θυσίας το δρόμο,
δε θέλω τη σχισμή του μυαλού μου
να γεμίζει με κείνη τη σκόνη…

Οι αισθήσεις μου έχουν χάσει
τις παλιές αντοχές τους
και τούτη η νύχτα - εφιάλτης -
έχει πάνω της την ίδια υγρασία,
την ίδια εκείνη μουχλιασμένη ψυχή
που σερνόταν στου πάθους
το φουσκωμένο ποτάμι…

Οι κινήσεις μου έχουν αλλάξει
τον παλιό τους ρυθμό
κι αυτή η σιωπή - εφιάλτης –
έχει μέσα της ένα μόνιμο φόβο
έχει πάνω της την ίδια σκιά
που καπνίζει
και χορεύει
καρφωμένη στον απέναντι τοίχο…

Μικρές στιγμές, μικρές εικόνες,
σύντομες, αλλά κι αιώνιες,
χτυπημένες στο μυαλό, στην καρδιά, στο σώμα…

Δεν μπορώ να διακρίνω πια
το βωμό της θυσίας μου,
δε θέλω να βλέπω τα μέλη γυμνά
απ’ το ιερό μου το σφάγιο…

Πάει τόσο καιρός κι ας είναι μόνο τόσος…
Μακρινές οι φωνές…
Οι εικόνες θολές…
Οι μυρωδιές σκεπασμένες πια…
μα η σκιά επιμένει σ’ εκείνο τον τοίχο…

Μερικές ακόμα στιγμές…
κι αυτές μαζεμένες σ’ ένα αβγό
κρεμασμένο πάνω απ’ τα μάτια
σε θέα καθημερινή
τη στιγμή που το κρύο νερό
καθαρίζει τον κόσμο…

Βελόνες που χτυπάνε τους αδένες
και αφήνουν το αίμα να φωνάξει
την αλήθεια που κρύβεται
μέσα σε κάθε στιγμή…

Δεν θέλω πια να πιστέψω κανέναν
και δε θέλω πάλι να γυρίσω
στη ζωή των ανέμων…
οι θάλασσές μου μαζεύτηκαν
σε ένα λιμάνι κλειστό
και τα ιστία για τον μεγάλο απόπλου
περιμένουν τη σειρά τους
στο κεντρικό το αμπάρι…

Ο χρόνος πια δεν περισσεύει,
αφού στην δίψα των άλλων
τον πρόσφερα απλόχερα…
Τώρα στις δυο μου τις χούφτες κρατώ
λιγοστό το σιτάρι
για τα δυο μου μικρά περιστέρια…

Λίγο ακόμα…
Και μετά δροσερό αεράκι…