ΣΥΛΛΟΓΕΣ

Σάββατο, 26 Μαΐου 2012

Η αυταπάτη



Τόση σιωπή
πώς αντέχει ο νους;
Τόση αγκύλωση
πώς την αντέχουν τα άκρα;

Το κορμί τό' χει αρπάξει
και το τρώει ο σκόρος
σ' ένα ράφι
που θρονιάζονται οι θεωρίες...

Πώς τρομάζει το βλέμμα
μπρος στο φως ιδεών
που μαζεύονται στο σκοτάδι
του σώματος;
Πώς βαραίνουν οι ώμοι;
Πώς ασπρίζουν οι κρόταφοι;
Πώς πονάει η ψυχή;
σαν περνάει ο χρόνος!

Και η λύση μόνο μία...

οι Μούσες φιλάρεσκες
στο χιονισμένο κεφάλι
συσσωρεύουν τη γνώση
και στο στέρνο το στενό
συρρικνώνουν τα αισθήματα!
μες στην ίδια σιωπή
και την ίδια αγκύλωση!


Πέμπτη, 10 Μαΐου 2012

Γύρισα



Γύρισα...

θέλω να τραγουδήσω
θέλω να δώσω το σκοπό
για ένα χορό...

να ανοίξουν οι φτερούγες μου
και τα κλειστά μου μάτια...

να νιώσω κάθε κίνηση
στο κάθε κύτταρό μου...

μα στέκεται απόμερα
χωρίς να ησυχάζει...

νιώθω τα μάτια της υγρά 
και το μυαλό της χύμα...

εκεί που οι φθόγγοι πέφτουνε
και στάζουν όλο αίμα
μες το τραγούδι
εκείνη  σαν αστραπή περνά
το σώμα μου γεμίζει...
η άγρια γαλήνη.

Γύρισα!

Ακόμα χαμένος



Πού με πάει η Μοίρα
και τι δρόμος κρυφός;
Τι μου δίνει η χήρα
λες και είμαι τυφλός;

Περπατώ κι είναι νύχτα
κι η βροχή πεφτ' ακόμα
κι εγώ μπήγω τα νύχια
στο δικό μου το σώμα.

Κι επιμένω να δω
ποια θα είναι η τύχη
και ρωτάω να μάθω
πώς γκρεμίζουν τα τείχη.

Μα η μέρα δε σκάει
και ο ήλιος χλωμός
ούτε πια μου γελάει
και στα πόδια χωλός.

Δεκανίκια δε βρίσκω
για να δώσω στο φως
κι ο κόσμος πιο άδικα
μου στερεί και το "πώς"!

Τρίτη, 8 Μαΐου 2012

ΣτΗς ΧρΕίΑς ΤηΝ αΝάΓκΗ

σΤο ΠέΣιΜο ΤηΣ πΆχΝηΣ
μΊλΗσΑ
γΙα ΤηΣ βΡοΧήΣ τΗν ΠαΎσΗ

σΤο ΤέΛεΜα ΤοΥ δΡόΜοΥ
βΥθΊσΤηΚα
ΣτΙς ΚάΜαΡεΣ τΗς ΣιΩπΉς

ΑνΆμΕσΑ σΤοΝ κΌλΠο ΣοΥ
- σΑ μΥσΤιΚό ΠλΕοΎμΕνΟ -
μΕ τΗ μΑτΙά ΤηΣ φΛόΓαΣ
μΕ τΑ μΆτΙα ΤηΣ φΩτΙάΣ
εΚεΊ
πΡοΣπΆθΗσΑ
νΑ σΕ πΡοΛάΒω ΣτΟν ΠεΡίΠαΤο
Μα ΑυΤόΣ
μΕ ΠρΌλΑβΕ
- πΡώΤοΣ -

έΤσΙ σΚοΝτΆφΤοΝτΑς ΣτΗς ΧρΕίΑς ΤηΝ αΝάΓκΗ
έΓρΑψΑ δΥό ΛόΓιΑ
κΑι ΠήΓα
ΚαΙ τΑ κΆρΦωΣα
ΠάΝω ΣτΟ ΣύΝνΕφΟ
πΟυ' ΡχΌτΑν
ΠρΟς ΈσΈνΑ...

Μ.Α.Τ.Α.Ι.Ο.Δ.Ο.Ξ.Ι.Α.

Μεγάλωσες
σ' έναν κόσμο
που ίσως πουλήθηκες
και ποτέ δε στερήθηκες...

Άντρεψες
σε μια κοινωνία
που απ' αυτή υϊοθετήθηκες
και ποτέ δεν αρνήθηκες...

Άλλαξες
τα παιδικά όνειρά σου
που σού' παν ότι δε σου πάνε
και ποτέ μαζί σου δε θα' ναι...

Ιχνογράφησες
μια νέα τάξη πραγμάτων
που ίσως σε φόβισε
μα ποτέ δε σ' απώθησε...

Όρμησες
σε μια αγάπη παράδοξη
που σίγουρα σ' ένοιαξε
μα ποτέ δε σου ταίριαξε...

Δανείστηκες
πολλές αλλαξιές της
που λογικά σου άρεσαν
μα ποτέ δε σε βόλεψαν...

Οπλίστηκες
με φτηνές ανακλίσεις
που κάπου κάπου σε βοήθησαν
μα ποτέ ειλικρινά δε σε τίμησαν...

Ξενυχτάς
μοναχά μ' ένα σκοπό
που ίσως κι αυτός σου αρέσει
μα ίσως να μη σε μπορέσει...

Ικετεύεις
τα μικρά σου τα πάθη
που λες πως εσένα παιδεύουν
μα ποτέ δε σε λογικεύουν...

Αναμένεις
μια μέρα καινούρια
που σίγουρα τώρα ονειρεύεσαι
μα ακόμα δεν μπορείς να τη γεύεσαι!


Προσπάθησε και ζήσε!

Χάθηκε πια κάθε προσπάθεια
στο αγκομάχημα σαν προχωρούσες
κι έμεινες μέσα στην αμάθεια
για όλα εκείνα που ποθούσες.

Άφησες έτσι ατελείωτο ένα όνειρο
σε χρόνο λίγων δεύτερων λεπτών
και σε κρατήσαν εύκολα ως όμηρο
σε μήκη ολάκερων ετών.

Όταν η ώρα ήρθε του μοιραίου
εγύρισες αργά του ρολογιού τους δείκτες
και όσο έσταζε το χρώμα του ωραίου
πελάγωνες μες τις γνωστές τις νύχτες.

Σκληρή η τύχη για σένα, νεαρέ
μες το κορμί σου ξαναήρθε
με δε βαριέσαι, φίλε καλέ
μέσα σ' αυτό τουλάχιστον προσπάθησε και ζήσε!

Δευτέρα, 7 Μαΐου 2012

Στο τζάμι με τα είδωλα




Στο τζάμι με τα είδωλα


- γνωστά και λατρεμένα -
καρφώνεται το μάτι
και κει μένει πιστό
χωρίς να φεύγει παραπέρα
- σε ό,τι άλλο το προκαλεί να στρίψει -

εκεί μένει πιστό
σε μία και μόνη λειτουργία

και χαίρεται ο ήλιος σα φωτίζει το γυαλί του
και μέσα από αυτό το τζάμι
τον βλέπει να βυθίζεται
μέσα στη μαύρη θάλασσα της νύχτας
παίρνοντας μαζί
το φόβο της ημέρας
κλείνοντας πίσω
της μοναξιάς την πόρτα

την ώρα κείνη
που η έλλειψη και η ανάγκη
παίρνουνε θέση στο γυαλί
μέσα από είδωλα
που ο ήλιος τα φωτίζει

- για λίγο -
μιας και το σκοτάδι θα τα σύρει
μες το μυαλό
και θα τα κάνει όνειρο
μ' αξία και δύναμη...

Κυριακή, 6 Μαΐου 2012

Για σένα

Για σένα

θα... φτάσω
στα όριά μου,

θα... σπατασήσω
την καρδιά μου
μ' ένα κρασάκι!

Για σένα

θα... βγω

και θα... χορέψω,

και το κορμί μου θα... παιδέψω
μ' ένα συρτάκι!

Θα... βρω
να μπω στα όνειρά σου,
να σου χαϊδέψω τα μαλλιά σου
μ' ένα χτενάκι!
Να μη στερεύει η χαρά μου,
πάντα να σ' έχω δω κοντά μου,
σαν αεράκι!

Για σένα
μες τον κόσμο θα... χωθώ

και θα... φωνάξω
σ' αγαπώ
σαν το παιδάκι!

ΜΥΕΣ

Μ ήπως                                         
Ύ αινες                                          
Έ ρχονται
Σ υχνά,

Χ υμώντας
Ά πληστα,
Λ εηλατώντας
Α λύπητα,
Ρ ημάζοντας
Ω μά
Μ υαλά
Ε υαίσθητων
Ν έων,
Ο ιηματιών
Ι δανικών; 

Μ άλλον
Υ μάτια
Ε ύκολα
Σ χίζονται,

Α λλοιώνοντας
Π αράδοξα,
Α νεπανόρθωτα
Τ ρανές
Η μέρες
Μ εγαλείου,
Ε λευθέρου
Ν ου
Ο νειρεμένης
Ι σχύος!

Το ύστατο Αντίο

Τ ρέχει
Ο 

Υ πνοβάτης
Σ την
Τ εντωμένη
Α ντέννα
Τ ου
Ο νείρου,

Α ναπολώντας
Ν εαρές,
Τ ρελές,
Ι δανικές
Ο μοφωνίες !

Το καλοκαίρι ποτέ του δε σβήνει

Το καλοκαίρι ποτέ του δε σβήνει
γιατί έχει στα μάτια φωλιά,
ξέρει ελπίδα στα νιάτα να δίνει
και στο στόμα να δένει φιλιά.

Τα καῑκια συνεχίζουν τ' αρμένια τους
στα νερά του γαλάζιου Αιγαίου,
και οι γέροι αφήνουν τα γένια τους
μες την αύρα αγέρα γενναίου.

Ένας γλάρος βουτά στον παρθένο βυθό
για να βρει την αιώνια γαλήνη,
κι αναδύεται παλικάρι ξανθό
που ζαλίζει τη γεμάτη σελήνη.

Μια κοπέλα ατενίζει το άπειρο
κι ένα αστέρι πετά χαμηλά,
για το πάθος που έμεινε άκαιρο
έναν όρκο τραγουδά σιωπηλά.

Το καλοκαίρι ποτέ του δε σβήνει
γιατί έχει στα μάτια φωλιά,
ξέρει ελπίδα στα νιάτα να δίνει
και στο στόμα να δένει φιλιά.

Ένα παιχνίδι είναι η ζωή...

Μέχρι τα δέκα φτιάχναμε

βόλους στα χωματένια μονοπάτια
και με χαρά στολίζαμε τα παιδικά μας μάτια...

χαρτάκια πετούσαμε μες τους μεγάλους δρόμους
κι ένα αγνό ξαπόσταμα στους φιλικούς του ώμους.

Μέχρι τα είκοσι φτιάχναμε

πόλεμο στις σκοτεινές τις τρύπες
και μια ατέλειωτη πορεία στις πιο μεγάλες λύπες...

αμπάριζα στήναμε στις μακρινές αλάνες
κι ένα αφελές χαμόγελο στις κοντινές τις πλάνες.

Τώρα πια στα τριάντα παίζουμε

κρυφτό μες στα μεγάλα τα σαλόνια
και έναν κλεφτοπόλεμο πίσω από μεγάλα λόγια...

κυνηγητό στο πέρασμα του άκαρδου του χρόνου
και ένα κρύο ατένισμα του αδιάφορου του κόσμου.

Ένα παιχνίδι είναι η ζωή
και ο καθένας μας ένα παιδί...

χαρτάκια, αμπάριζα, κρυφτό
πόλεμος, βόλοι και κυνηγητό!

Σάββατο, 5 Μαΐου 2012

Η συνάντηση

Μια πέτρα ασήκωτη
γίνηκε η ψυχή μου
και δεν μπορώ να μένω
να καρτερώ
την Ευτυχία
νά' ρθει μονάχη...

Βράχια βαριά
γίνηκαν τα φτερά της
και δεν μπορεί να μένει
κι αυτή ακίνητη
Εμένα
να πάω μονάχος...

Μα περπατά
ως το μακρύ ποτάμι
και τη ροή του τη χαζεύει
φτάνω κι εγώ
καβάλα
στο πράσινο το ψάρι...

Αλλάζω ρούχα
και μορφή
βάζω τα γιορτινά μου
και αγκαλιάζω
πια σφιχτά
τη μικρή βασίλισσά μου...

Κι αυτή
κλείνει τα μάτια της
πάνω απ' την καρδιά μου
και παίρνει
όψη και μορφή
μέσα απ' τη ματιά μου...

Και 'κεί
ο χρόνος σταματά
Εγώ σ' Αυτή
κι Αυτή σε Μένα
σφραγίζουμε τα έγγραφα
με αλλαγή στο αίμα!

ΕΠΙ...ΒΕΒΑΙΩΣΗ...ΑΓΑΠΗΣ

                                                      Έ στρωσε η γη πράσινο γεύμα
                                                      Π ρος τη ζωή
                                                   γ Ι α να της κάνει το τραπέζι
                                και τη χρυσή Β ροχή της χάρισε
                                        - να την Ε υχαριστήσει - 
                             και σήκωσε το Β άρος της ταφόπετρας
                          και η πομπή των Ά ψυχων σωμάτων
                                              τη σ Ι ωπή τους πέταξαν
                                   σαν ήρθε η Ώ ρα της ανάστασης
                                 με μια σειρά Σ χήματων ιερών
                                                  κι Η δονικές φωνές

                                                και Ά στραψαν τα μάτια τους
                                  και τα οστά Γ έμισαν σάρκες
                                      και το κρ Α νίο πνεύμα
                                   και η ψυχή Π νοή
                                     μία στιγμ Η'
                      πριν τη μετεμψύχω Σ η. 


Πέμπτη, 3 Μαΐου 2012

Δίχως ρήματα

Μια ξάστερη νύχτα
στη λάμψη των άστρων
και των σωμάτων ο κόσμος
στης αγάπης το άναμμα.

Ο ανοιχτός δρόμος
στων παιδιών το τρέξιμο
και στων στόχων το στήσιμο
των γερανών το πέταγμα.

Ένα βλέμμα αγοριού
στον κόλπο του έρωτα
κι στης σελήνης το γέμισμα
του ονείρου το γύρισμα.

Του αγέρα οι στροφές
στ' ουρανού τα χωράφια
και στο στρώμα του πάθους
των λόγων το στήριγμα.