ΣΥΛΛΟΓΕΣ

Τετάρτη, 21 Ιουνίου 2017

Η πασιέντζα



Κάθεται πλέον και ρίχνει μια πασιέντζα
-Τις περισσότερες φορές δεν βγαίνει -
Γι΄αυτό τσαντίζεται, βρίζει , τα βάζει με τον Ρήγα
(με τον άλλον ποτέ δεν τα΄ βαλε – αντιθέτως – όταν ακούει καμιά είδηση γι΄ αυτόν αναπολεί).

Δίπλα του, ο άλλος… πίνει το καφεδάκι του 
Και γυρίζει την κουβέντα – μιλάει για τα παλιά :

- Ο πόλεμος μού έχει αφήσει ένα σημάδι στην αριστερή μου κνήμη.
- Και άλλο ένα στην μνήμη!
Και συνεχίζει να βρίζει τον Ρήγα τον καρό.

Μα πάλι ο άλλος από δίπλα συνεχίζει :
- Η Ντάμα φταίει, που μπήκε ανάμεσά μας. Θυμάσαι;
 Ήταν όμορφη η ρουφιάνα! Κι εσύ, σαν Ρήγας, της έταξες τα πάντα.

(Αυτός Βαλές για μια ζωή κι άλλος Ρήγας που΄χε πάντα τον Άσσο από δίπλα!)

- Η Ντάμα έφυγε νωρίς… πολύ νωρίς, κι εμείς απομείναμε μαζί μονάχοι. 
Στα τόσα χρόνια που περνάνε μια τιμωρία.
Κοίταξε γύρω σου…
Γυμνές καρέκλες, άδεια τραπέζια
Κι ούτε παρτίδα για την πλάκα… άδειασε ο κόσμος, Ντίνο!
Και τα παιδιά μας σκορπισμένα και τα εγγόνια μας χαμένα.
Οι άνεμοι χτυπάνε από παντού κι απάγκιο δεν υπάρχει.

- Θυμάσαι; Μετά τον πόλεμο; Πάντα πονούσε η κνήμη μου! Και τώρα με πονάει!
- Κι η μνήμη σου καλά δεν πάει.

- Θυμάσαι;
- Όχι! Θυμάμαι μόνο εκείνη τη ρουφιάνα που έβαλε δυο φίλους να μαλώσουν…

- Ναι! Θυμάμαι κι εγώ – λίγο πριν να φύγω στο βουνό!
- Βλέπεις δε σ΄ άρεσε η τάξις!

- Οι νόμοι των Ρηγάδων με οδήγησαν ΄κει πάνω…. Ε! πάλι ο Ρήγας ο καρό, ρε σε παιδεύει!
- Άλλο μη μου μιλάς… Κάποια στιγμή θα εμφανιστεί κι αυτός!

(Αυτός βαλές για μια ζωή κι άλλος Ρήγας που ο Άσσος πλέον του΄ χει φύγει.)

Κάθεται πλέον και ρίχνει την πασιέντζα
Με την ελπίδα του θανάτου γυρνά κάθε χαρτί….
Μα δυστυχώς δεν βγαίνει η πασιέντζα και ξεχασμένος θε να μείνει ο γέρος
Να βλέπει τη μιζέρια να φουντώνει - μέρα τη μέρα – 

- Ρε, Γιώργη, λες να σε βρει το 2060;

Κυριακή, 4 Ιουνίου 2017

Εμπρός στη Λάχεση


Της άγγιξες το γόνατο
- μαζί με τον Προφήτη -
και ένα βλέμμα σου κρυφό πήρε το δρόμο για τα μάτια της.

Μα εκείνη πίσω απ’ το πέπλο το αχνό
σ’ είχε προλάβει με τη δική της τη ματιά
- γλυκιά και πονηρή - .

Έριξες τότε τα μάτια σου μες τον κρατήρα
κι ένιωσες πως εκείνη σου κρατά λαχνό
- μέσα στο μέλι βουτηγμένο - .

Κι σ' άφησε μόνη να διαλέξεις
και μπήκες με μιας σε σώμα - όμορφο, ακμαίο και γερό -
κι αφέθηκες στη δίνη να κινείσαι των σφονδύλων.

Ένιωσες τα άκρα να παίρνουνε ζωή
και το μυαλό με την καρδιά να γίνονται κουβάρι.
- Είδες το φως να δένεται μόνο για σένα -.

Κι έτσι πορεύτηκες για μια ζωή καινούρια
- που εσύ μονάχη σου τη διάλεξες -
αφού στης λήθης το λιβάδι επέρασες την νύχτα.

Με σιγουριά ανέβηκες τη σκάλα και μ' ένα φύσημα
βρέθηκες να ανασαίνεις την πνοή θνητών
- πόσο χαρά νιώθεις γι' αυτό που γίνηκες; -

Μα η κρίση δεν θα’ ναι των ανθρώπων
καθώς ο αγέρας θα σε παίρνει ψυχή αχνή και πάλι
- έξω απ' το σώμα που θα λιώνει - .

Πάλι εκεί θε να σταθείς κάποια στιγμή να δώσεις λόγο
μπορστά σε εκείνη που και πάλι θα προλάβει
πρώτη να ρίξει τη ματιά της στου σφονδυλιού τη γύρα.

Κι εσύ σε φαύλο κύκλο και πάλι θα γυρίσεις
για την αλήθεια που σ' αφήνουν να διαλέξεις
- πόσο χαμένη τελικά φαντάζει η επιλογή σου -