ΣΥΛΛΟΓΕΣ

Τρίτη, 4 Ιουλίου 2017

Ἡ Ζηνοβία



Σέ λίγο θά ταξιδεύεις πρός τήν Ρώμη,

κόρη τοῦ Διός στό ὄνομα, μά καί στή χάρι.

Ἐτόλμησες κάποτε – ἄν καί μικρόν κορίτσι – μόλις στά δεκαέξι

νά πάρεις τήν ἐξουσία τοῦ συζύγου σου, τοῦ Ὀδαινάθου,

ἀφοῦ πρῶτα τόν θρήνησες, ὡς ἔπρεπε -. 

Μετά, βασίλισσα, ἐσύ, καί ἐπίτροπος τοῦ υἱοῦ σου

ἐφόρεσες στέμμα ἀπό χρυσό στον θρόνον τῆς Παλμύρας.

(Πόλις πού στήν Ἀσία τότε ἐδέσποζε, μά ὄχι τώρα).

Στήν ἐξουσία μπῆκες κ' ἐκρίθης ἱκανή.

Τόσο ἡ δόξα σου, μά κ' ἡ ὀμορφιά σου 

κατάφεραν καί ἐνίκησαν τούς πάντες

καί τόν ἀετό τῆς Ρώμης ἀπό τά λάβαρα ἀφάνισαν

καί τήν δική σου ὄψι ἔβαλαν στό νόμισμα τῆς χώρας.

Ὅμως, τόν αὐτοκράτορα πολύ ἐθύμωσες.

Κινήθηκε ἐναντίον σου καί σοῦ κατέκτησε τήν πόλι. 

Τό γιό σου αἰχμαλώτισε, μαζί κ' ἐσένα.

Ἐσένα, μέ τά μαύρα μάτια καί τό μελί τό δέρμα,

κόρη τῆς μυστικῆς Ἀνατολῆς

πού στόν λαιμό σου ἡ εὐωδιά τοῦ γιασεμιοῦ

δέν σταματάει νά ρέει μιά σαγήνη. 

Ὅλους μπόρεσες καί τούς δάμασες,

τούς ἔκανες δικούς σου,

μέ τό χαμόγελο πού ἀφήνεις

πάνω σέ μια πανάλευκη σειρά μαργαριτάρια.

Σέ λίγο θά ταξιδεύεις γιά τήν Ρώμη, 

δίχως τό ξίφος στό θηκάρι σου,

μέ χέρια γυμνά πού τά κρατοῦν δεσμά.

Τό στέμμα σου θά μείνει ἐπάνω στό τραπέζι

καί ἡ πορφύρα τῆς Παλμύρας θέ νά σβήσει,

μαζί μέ τούτες τες φωτιές πού ἀνάψαν οἱ Ρωμαῖοι. 

Σέ λίγο θέ νά περνᾶς τήν πύλη τοῦ θριάμβου.

Κ' ὄχι ὡς μία βασίλισσα ἐπάνω σέ ἅρμα ἀνθοφόρο,

μά ἀτιμασμένη σκλάβα πίσω ἀπ' αυτό

σάν λάφυρον πολύτιμον

εἰς τοῦ αὐτοκράτορα τά χέρια. 

Σέ λίγο ὁ ἥλιος τῆς χρυσῆς σου πόλης θά χαθεῖ,

θά σβήσει ἡ δόξα σου – κ' εἶσαι ἀκόμα νέα - .

Κ' ὅμως ὁ φόβος δέν φαίνεται στό πρόσωπό σου,

οὔτε τό σῶμα σου μαραίνει ὁ οἶκτος τοῦ στρατιώτου

πού περιμένει νά σέ σύρει. 

Κρύβεις καλά μές τήν ἐσθήτα τήν μυστικήν τή δύναμή σου.

Ἡ ὀμορφιές σου κ' ἡ ἡδονή εἶναι τά ὅπλα σου

πού ἵσως νικήσουν μία φορά ἀκόμη

τοῦ Καίσαρος τήν γνώμη.

Σε λίγο, γλυκειά βασίλισσά μου κ' ὄμορφη Ζηνοβία, 

κόρη τοῦ Διός στό ὄνομα, μά καί στή χάρι,

θα ἀφήνεις πίσω τήν Παλμύρα, ἀλλά κ'

ἐμένα, τήν πιστή σου δούλη,

αιώνιο φύλακα τῆς δόξας τῆς μεγάλης.

(Τήν ἄκουσα νά κλαίει χθές, μές τά συντρίμμια!) 



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου