ΣΥΛΛΟΓΕΣ

Σάββατο, 3 Δεκεμβρίου 2011

Η έκπτωση





Έμαθε ο βασιλεύς
την έκπτωσή του
Και πέταξε το στέμμα του
στο πορφυρό χαλί
- η φλόγα του κεριού ανατρίχιασε για λίγο -

Εκείνος ατάραχος
στο πέσιμό του
Μα τα παράθυρα άλλαξαν
το χρώμα στις κουρτίνες
- το πράσινο έγινε κίτρινο βαθύ -

Περπάτησε μέσα στην κάμαρα
σκοτεινιασμένος
Μια νυχτερίδα χτυπιότανε
στους τοίχους
- παράξενο, έχασε τον προσανατολισμό της -

Ο μανδύας σερνόταν
στο παγωμένο δάπεδο
Σάρωνε ώρα πολύ το χρόνο
που’ χε περάσει
- σωρός βαρύς κι ασήκωτος -

Τα χέρια δίπλωσαν
τους δυο τους ώμους
και σταύρωσαν
την άμοιρη καρδιά του
- το αίμα σταμάτησε στο σταύρωμα των δυο δοκών -

Βούτηξε το δακτυλίδι στο κερί,
καυτό όπως ήταν
Και σφράγισε
την κάσα τη μεγάλη
- μέσα τα ρούχα με τ’ ανοιχτό το χρώμα -

Βγήκε απ’ την πόρτα
κι έστριψε στη γωνιά
Μια γάτα κλαμένη
τον πήρε από πίσω, αθόρυβα
- το δάκρυ ίσως να αρκούσε -

Κατέβηκε για πρώτη
και τελευταία φορά
Τα σκαλοπάτια
του ανακτόρου του
- ο αριθμός τους ζυγός όπως τα χρόνια -

Του κάστρου την πύλη
διάβηκε πάνω απ’ την τάφρο
Και σκούπισε τον ιδρώτα
από το μέτωπο
- ο κίνδυνος του μαχαιριού έμεινε μέσα -

Στάθηκε, στέριωσε
καλά το βήμα
Στήριξε την κεφαλή
σωστά στο σώμα
- μία στροφή κι η αστραπή φάνηκε στον ορίζοντα -

Μερικά βήματα πίσω
μέχρι την αρχή του δάσους
Λίγα μαλλιά εχόρεψαν
μπροστά στα μάτια
- έγινε πια σκιά και με τα δέντρα ένα - .

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου